Αγγλικά → Ελληνικά - result

προφορά
ουσ. αποτέλεσμα, εξαγόμενο
ρήμ. επακολουθώ, προκύπτω, καταλήγω

Αγγλικά → Αγγλικά - result

προφορά
n. effect, outcome, consequence
v. arise from, originate in, be derived from; end in, finish in, culminate in

Αγγλικά → Γαλλικά - result

προφορά
n. résultat
v. résulter, aboutir, se terminer par; donner droit (mécanique)

Αγγλικά → Γερμανικά - result

προφορά
n. Ergebnis; Resultat
v. folgen; resultieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - result

προφορά
n. akibat, kesudahan, kekonsekuenan, bawaan, pembawaan, hasil, buah, perolehan
v. diakibatkan, mengakibatkan, menghasilkan, membuahkan, berakhir dgn, berakibat dgn, berkesudahan, berakhirkan

Αγγλικά → Ιταλικά - result

προφορά
s. risultato, esito
v. avere come risultato, risultare; terminare (un ciclo)

Αγγλικά → Πολωνικά - result

προφορά
n. wynik, skutek, rezultat, efekt, konsekwencja, bilans
v. wynikać, pochodzić, wychodzić, kończyć się, doprowadzać, dać, wywijać się, wyniknąć, doprowadzić, dawać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - result

προφορά
s. resultado
v. resultar, terminar em

Αγγλικά → Ρουμανικά - result

προφορά
n. rezultat, produs, urmare, consecinţă, efect, final, bilanţ, hotărâre, rod
v. rezulta, alege, ieşi

Αγγλικά → Ρωσικά - result

προφορά
с. результат, итог, исход, эффект, следствие, результат вычисления
г. следовать, происходить в результате, проистекать, кончаться, иметь результатом

Αγγλικά → Ισπανικά - result

προφορά
s. resultado, consecuencia, desenlace, efecto; excrecencia, producto; repercusiones, respuesta, resultados, resultante, secuela; lectura
v. resultar, redundar en

Αγγλικά → Τουρκικά - result

προφορά
f. sonucu olmak
i. sonuç, netice, son, akıbet, semere, ürün

Αγγλικά → Ουκρανικά - result

προφορά
n. результат, підсумок, виплід, вишук, наступництво
v. випливати, результат: мати результатом

Αγγλικά → Ολλανδικά - result

προφορά
zn. resultaat
ww. resulteren in; eindigen met

Αγγλικά → Αραβικά - result

προφορά
‏حصيلة، نتيجة، ثمرة‏
‏أنتج، أدى، قاد الى، وصل، حقق نتائج طيبة، نشأ عن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - result

προφορά
(名) 结果, 计算结果, 成效
(动) 发生, 产生; 导致; 结果

Αγγλικά → Κινεζικά - result

προφορά
(名) 結果, 計算結果, 成效
(動) 發生, 產生; 導致; 結果

Αγγλικά → Χίντι - result

προφορά
n. प्रतिफल, परिणाम, अंतिम परिणाम, नतीजा, अन्त, प्रभाव
v. परिणाम होना, निकलना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - result

προφορά
(動) 起こる; 生じる; 結果になる; 終わる; 結果が出る
(名) 結果; 成果; 答え

Αγγλικά → Κορεατικά - result

προφορά
명. 결과, 답, 성과
동. ...에서 유래하다, 기인하다; ...로 끝나다, 결과가 나다

Αγγλικά → Βιετναμικά - result

προφορά
n. kết quả, có kết quả, kết quả
v. kết quả, đưa đến kết quả


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: resulting
Present: result (3.person: results)
Past: resulted
Future: will result
Present conditional: would result
Present Perfect: have resulted (3.person: has resulted)
Past Perfect: had resulted
Future Perfect: will have resulted
Past conditional: would have resulted
© dictionarist.com