Αγγλικά → Ελληνικά - restriction

προφορά
ουσ. περιορισμός

Αγγλικά → Αγγλικά - restriction

προφορά
n. limitation, state of being restricted; limit, something that restricts
n. restriction, limitation; stricture, constriction; constraint, reservation

Αγγλικά → Γαλλικά - restriction

προφορά
n. restriction, réduction; limitation

Αγγλικά → Γερμανικά - restriction

προφορά
n. Einschränkung, Einengung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - restriction

προφορά
n. batasan, pembatasan, restriksi, penahanan, pelarangan

Αγγλικά → Ιταλικά - restriction

προφορά
s. restrizione, limitazione

Αγγλικά → Πολωνικά - restriction

προφορά
n. ograniczenie, restrykcja, ścieśnienie, zwężenie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - restriction

προφορά
s. restrição, limite

Αγγλικά → Ρουμανικά - restriction

προφορά
n. constrângere, restrângere, limitare, restricţie

Αγγλικά → Ρωσικά - restriction

προφορά
с. ограничение

Αγγλικά → Ισπανικά - restriction

προφορά
s. restricción, coartación, cohibición, limitación

Αγγλικά → Τουρκικά - restriction

προφορά
i. kısıtlama, sınırlama, tahdit, yasak, kayıt

Αγγλικά → Ουκρανικά - restriction

προφορά
n. обмеження, застереження, звуження, вузькість

Γαλλικά → Αγγλικά - restriction

προφορά
(f) n. restriction, limitation; stricture, constriction; constraint, reservation

Αγγλικά → Ολλανδικά - restriction

προφορά
zn. beperking; vermindering, inkrimping

Γαλλικά → Γερμανικά - restriction

προφορά
n. beschränkung, einengung, restriktion, beeinträchtigung, repression, einschränkung, beschneidung

Γαλλικά → Ιταλικά - restriction

προφορά
1. (général) restrizione (f); limitazione (f) 2. (liberté) restrizione (f)
3. (accord) riserva (f); restrizione (f); condizione (f); limitazione (f) 4. (sentiments) riserva (f)
5. (droit) limitazione (f); restrizione (f) 6. (réduction) riduzione (f); diminuzione (f); contrazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - restriction

προφορά
1. (général) restrição (f); limitação (f); limite (m) 2. (liberté) restrição (f)
3. (accord) condição (f); restrição (f) 4. (sentiments) reserva (f)
5. (droit) restrição (f); limitação (f) 6. (réduction) corte (m); redução (f); diminuição (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - restriction

προφορά
n. ограничение (f), сжатие (f), строгий: строгая критика (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - restriction

προφορά
1. (général) restricción (f); limitación (f) 2. (liberté) restricción (f)
3. (accord) restricción (f); condición (f) 4. (sentiments) reserva (f)
5. (droit) limitación (f); restricción (f) 6. (réduction) recorte (m); corte (m); reducción (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - restriction

προφορά
[la] sınırlama, kısıntı; kısma

Γαλλικά → Ολλανδικά - restriction

προφορά
1. (général) beperking (f); begrenzing (f) 2. (liberté) beperking (f); restrictie (f)
3. (accord) voorbehoud (n); conditie (f); beperking (f) 4. (sentiments) gereserveerdheid (f); terughoudendheid (f)
5. (droit) beperking (f); belemmering (f) 6. (réduction) vermindering (f); inkrimping (f); bezuiniging (f)

Αγγλικά → Αραβικά - restriction

προφορά
‏تحديد، قيد، حصر، قصر، تقييد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - restriction

προφορά
(名) 限制; 约束

Αγγλικά → Κινεζικά - restriction

προφορά
(名) 限制; 約束

Αγγλικά → Χίντι - restriction

προφορά
n. संयम, बंधन, यंत्रण, सीमा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - restriction

προφορά
(名) 制限; 制約; 拘束; 限定

Αγγλικά → Κορεατικά - restriction

προφορά
명. 제한; 억제하는 것

Αγγλικά → Βιετναμικά - restriction

προφορά
n. sự hạn chế


dictionary extension
© dictionarist.com