Αγγλικά → Ελληνικά - restraint

προφορά
ουσ. χαλίνωση, περιορισμός, συγκράτηση

Αγγλικά → Αγγλικά - restraint

προφορά
n. control of one's own emotions, constraint, reserve; person or thing that restrains

Αγγλικά → Γαλλικά - restraint

προφορά
n. contrainte, restriction

Αγγλικά → Γερμανικά - restraint

προφορά
n. Zügeln, Zurückhaltung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - restraint

προφορά
n. penahanan diri, pengekangan, pengendalian, kekang, kekangan, pembatas, pemenjaraan

Αγγλικά → Ιταλικά - restraint

προφορά
s. contenimento, repressione; relegazione, imprigionamento; limitazione, restrizione; ritegno, riserbo, riservatezza; embargo

Αγγλικά → Πολωνικά - restraint

προφορά
n. powściągliwość, powściąganie, hamulec, powściągnięcie, hamowanie się, pohamowanie, opanowanie, okiełznanie, umiar, poskramianie, powstrzymanie, poskromienie, miarkowanie, umiarkowanie, wstrzemięźliwość, kluba, otamowanie, ograniczenie, więzienie, reflektowanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - restraint

προφορά
s. contenção, moderação, comedimento

Αγγλικά → Ρουμανικά - restraint

προφορά
n. captivitate, forţare, constrângere, frâu, înfrânare, interdicţie, restricţie, reţinere, rezervă, strânsoare {fig.}

Αγγλικά → Ρωσικά - restraint

προφορά
с. сдержанность, самообладание; ограничение, замкнутость; обуздание, сдерживающее начало, сдерживающее влияние; строгость, заключение; мера пресечения, лишение свободы

Αγγλικά → Ισπανικά - restraint

προφορά
s. freno, abnegación, abstinencia, atemperación, cohibición, comedimiento, constreñimiento, control, coto, limitación, limitante, refrenamiento, reportación, restricción, templanza, traba; internamiento

Αγγλικά → Τουρκικά - restraint

προφορά
i. tutma, baskı, kısıtlama, engel, sınırlama, tahdit

Αγγλικά → Ουκρανικά - restraint

προφορά
n. стриманість, самовладання, обмеження, воля: позбавлення волі

Αγγλικά → Ολλανδικά - restraint

προφορά
zn. zelfbeheersing, beheersing

Αγγλικά → Αραβικά - restraint

προφορά
‏إستجابة، كبح، كبت، تحفظ، إجراء، عائق، كابح، سيطرة، إرغام، إجبار‏

Αγγλικά → Κινεζικά - restraint

προφορά
(名) 抑制; 控制; 克制; 阻止

Αγγλικά → Κινεζικά - restraint

προφορά
(名) 抑制; 控制; 克制; 阻止

Αγγλικά → Χίντι - restraint

προφορά
n. संयम, आत्मनिग्रह, वाक्‌ संयम, सख़्ती, कठोरता, क्रूरती, अंकुश, निरोध

Αγγλικά → Ιαπωνικά - restraint

προφορά
(名) 抑制; 自制心; 束縛; 制御; 控えること

Αγγλικά → Κορεατικά - restraint

προφορά
명. 제지, 자제; 제한하는 사람 또는 것

Αγγλικά → Βιετναμικά - restraint

προφορά
n. sự giừ lại, sự ngăn cản, sự hạn chế, sự giam cầm, tính giản dị, sự thận trọng


dictionary extension
© dictionarist.com