Αγγλικά → Ελληνικά - resourceful

προφορά
επίθ. εύπορος, καπάτσος, πολυμήχανος

Αγγλικά → Αγγλικά - resourceful

προφορά
adj. enterprising, able to deal effectively with various situations

Αγγλικά → Γαλλικά - resourceful

προφορά
adj. ingénieux; habile; inventif, débrouillard

Αγγλικά → Γερμανικά - resourceful

προφορά
adj. findig, reich an Hilfsquellen, einfallsreich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - resourceful

προφορά
a. pandai, akal: banyak akal

Αγγλικά → Ιταλικά - resourceful

προφορά
agg. pieno di risorse, ingegnoso, intraprendente

Αγγλικά → Πολωνικά - resourceful

προφορά
a. pomysłowy, zaradny, dzielny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - resourceful

προφορά
adj. rico em expedientes ou recursos

Αγγλικά → Ρουμανικά - resourceful

προφορά
a. abil, descurcăreţ, plin de posibilităţi, plin de resurse

Αγγλικά → Ρωσικά - resourceful

προφορά
прил. находчивый, изобретательный

Αγγλικά → Ισπανικά - resourceful

προφορά
adj. ingenioso, imaginativo, mañoso

Αγγλικά → Τουρκικά - resourceful

προφορά
s. zengin kaynaklı, becerikli, her şeye çare bulur, her işin altından kalkar

Αγγλικά → Ουκρανικά - resourceful

προφορά
a. винахідливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - resourceful

προφορά
bn. vindingrijk

Αγγλικά → Αραβικά - resourceful

προφορά
‏داهية، واسع الحيلة، حازق، ثعلب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - resourceful

προφορά
(形) 策略的, 资源丰富的, 机智的

Αγγλικά → Κινεζικά - resourceful

προφορά
(形) 策略的, 資源豐富的, 機智的

Αγγλικά → Χίντι - resourceful

προφορά
a. उपाय कुशल, साधन-संपन्न

Αγγλικά → Ιαπωνικά - resourceful

προφορά
(形) 工夫に富む; 資力のある

Αγγλικά → Κορεατικά - resourceful

προφορά
형. 기략이 풍부한, 재치가 풍부한, 자력이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - resourceful

προφορά
a. nhiều tài nguyên, nhiều phương pháp, nhiều thủ đoạn


dictionary extension
© dictionarist.com