Αγγλικά → Ελληνικά - resolute

προφορά
επίθ. αποφασισμένος, αποφασιστικός

Αγγλικά → Αγγλικά - resolute

προφορά
adj. resolved, determined; firm, steadfast
adj. determined, decided, resolved, settled; resolute, firm
adj. resolute, strong minded

Αγγλικά → Γαλλικά - resolute

προφορά
adj. résolu, déterminé, ferme, décidé

Αγγλικά → Γερμανικά - resolute

προφορά
adj. entschlossen; unbeugsam

Αγγλικά → Ινδονησιακά - resolute

προφορά
n. berpendirian: orang berpendirian teguh
a. pasti, tunggang hati, tegas, teguh

Αγγλικά → Ιταλικά - resolute

προφορά
agg. risoluto, deciso, fermo

Αγγλικά → Πολωνικά - resolute

προφορά
a. zdecydowany, śmiały, stanowczy, rezolutny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - resolute

προφορά
adj. resoluto; decidido; determinado

Αγγλικά → Ρουμανικά - resolute

προφορά
a. hotărât, decis, ferm, nestrămutat, neclintit, bărbătesc

Αγγλικά → Ρωσικά - resolute

προφορά
прил. твердый, решительный, непоколебимый

Αγγλικά → Ισπανικά - resolute

προφορά
adj. resuelto, acérrimo, bragado, de rompe y rasga, decidido, denodado, resoluto

Αγγλικά → Τουρκικά - resolute

προφορά
s. azimli, kararlı, metin, dayanıklı, cesur, iradeli

Αγγλικά → Ουκρανικά - resolute

προφορά
a. твердий, рішучий, зваживий, навратливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - resolute

προφορά
bn. beslissend, resoluut; vastbesloten

Γερμανικά → Τουρκικά - resolute

προφορά
dirençli, kararli, azimli, saglam

Γερμανικά → Ολλανδικά - resolute

προφορά
kordaat ,kordate ,resolute ,resoluut

Αγγλικά → Αραβικά - resolute

προφορά
‏حازم، مصر، عازم، مصمم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - resolute

προφορά
(形) 坚决的, 毅然的, 刚毅的

Αγγλικά → Κινεζικά - resolute

προφορά
(形) 堅決的, 毅然的, 剛毅的

Αγγλικά → Χίντι - resolute

προφορά
a. दृढ़, साहसी, कृतसंकल्प, स्थिर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - resolute

προφορά
(形) 断固とした; 毅然とした

Αγγλικά → Κορεατικά - resolute

προφορά
형. 굳게 결심한; 확고한, 확고부동한

Αγγλικά → Βιετναμικά - resolute

προφορά
a. quả quyết, nhứt định


dictionary extension
© dictionarist.com