Αγγλικά → Ελληνικά - resistant

προφορά
επίθ. ανθεκτικός, αντικρούων, ανθιστάμενος, αντέχων

Αγγλικά → Αγγλικά - resistant

προφορά
adj. opposed, resisting; immune to the effects of
adj. resistant, durable, tough
v. set one's face against, resist; hang on, stand up to; hold, fight off; dispute, struggle

Αγγλικά → Γαλλικά - resistant

προφορά
adj. résistant, opposé; rebelle; robuste, solide; immunisé, endurant

Αγγλικά → Γερμανικά - resistant

προφορά
adj. widerstehend; (feuer) fest; stark

Αγγλικά → Ινδονησιακά - resistant

προφορά
a. melawan: bersifat melawan, menentang: bersifat menentang

Αγγλικά → Ιταλικά - resistant

προφορά
agg. resistente, che oppone resistenza

Αγγλικά → Πολωνικά - resistant

προφορά
a. odporny, wytrzymały

Αγγλικά → Πορτογαλικά - resistant

προφορά
adj. resistente; imune

Αγγλικά → Ρουμανικά - resistant

προφορά
a. rezistent, împotrivi: care se împotriveşte, rezista: care rezistă, împotrivire: de împotrivire, dârz, ferm, puternic

Αγγλικά → Ρωσικά - resistant

προφορά
прил. сопротивляющийся, стойкий, прочный

Αγγλικά → Ισπανικά - resistant

προφορά
adj. resistente

Αγγλικά → Τουρκικά - resistant

προφορά
s. dirençli, dayanıklı, karşı koyan

Αγγλικά → Ουκρανικά - resistant

προφορά
a. стійкий, опір: що чинить опір, видержливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - resistant

προφορά
bn. weerstand biedend, resistent, bestand

Αγγλικά → Αραβικά - resistant

προφορά
‏المقاوم، صلب، مقاوم، متمرد‏
‏معارض، مقاوم، صامد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - resistant

προφορά
(形) 抵抗的; 防...的; 抗...的

Αγγλικά → Κινεζικά - resistant

προφορά
(形) 抵抗的; 防...的; 抗...的

Αγγλικά → Χίντι - resistant

προφορά
a. अवरोध करनेवाला, अवरोध, प्रतिरोधी, बाधक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - resistant

προφορά
(形) 抵抗する; 抵抗力のある

Αγγλικά → Κορεατικά - resistant

προφορά
형. 저항하는; 병에 안 걸리게 하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - resistant

προφορά
a. chống lại, chịu đựng được


dictionary extension
© dictionarist.com