Αγγλικά → Ελληνικά - resigned

προφορά
επίθ. καρτερικός, υποκύπτων χωρίς παράπονα

Αγγλικά → Αγγλικά - resigned

προφορά
adj. submissive, acquiescent, yielding

Αγγλικά → Γαλλικά - resigned

προφορά
adj. résigné, soumis, acceptant son sort

Αγγλικά → Γερμανικά - resigned

προφορά
[resign] v. zurücktreten
adj. sich dem Schicksal ergeben

Αγγλικά → Ιταλικά - resigned

προφορά
agg. rassegnato

Αγγλικά → Πολωνικά - resigned

προφορά
a. zrezygnowany, stan: w stanie spoczynku

Αγγλικά → Πορτογαλικά - resigned

προφορά
adj. resignado, aceita o seu castigo, rendido ao seu destino

Αγγλικά → Ρουμανικά - resigned

προφορά
a. demisionat, resemnat

Αγγλικά → Ρωσικά - resigned

προφορά
прил. покорный, безропотный, смирившийся

Αγγλικά → Ισπανικά - resigned

προφορά
adj. resignado

Αγγλικά → Τουρκικά - resigned

προφορά
s. kaderine boyun eğmiş, oluruna bırakmış

Αγγλικά → Ουκρανικά - resigned

προφορά
a. покірний, відставний

Αγγλικά → Ολλανδικά - resigned

προφορά
bn. gelaten, berustend

Αγγλικά → Αραβικά - resigned

προφορά
‏مستقيل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - resigned

προφορά
(形) 认命的, 听任的, 服从的; 已辞职的

Αγγλικά → Κινεζικά - resigned

προφορά
(形) 認命的, 聽任的, 服從的; 已辭職的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - resigned

προφορά
(形) あきらめた; 忍従する
(動) 辞める; 任せる; 委ねる

Αγγλικά → Κορεατικά - resigned

προφορά
형. 순종하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - resigned

προφορά
a. từ bỏ, từ khước


© dictionarist.com