Πορτογαλικά → Αγγλικά - resignado

προφορά
adj. patient; resigned, submissive; uncomplaining

Ισπανικά → Αγγλικά - resignado

προφορά
adj. resigned

Πορτογαλικά → Γαλλικά - resignado

προφορά
1. (proposta) se résignant; s'inclinant; acceptant
2. (condição mental) résigné; avec résignation

Ισπανικά → Γαλλικά - resignado

προφορά
1. (coraje) abandonné
2. (estado mental) résigné; avec résignation

Ισπανικά → Γερμανικά - resignado

προφορά
a. gefasst, gelassen, gottergeben


dictionary extension
© dictionarist.com