Αγγλικά → Ελληνικά - reserved

προφορά
επίθ. επιφυλακτικός, συγκρατημένος, κλεισμένος, ρεζέρβέ

Αγγλικά → Αγγλικά - reserved

προφορά
adj. kept back, retained; set aside for a specific purpose; reticent, formal in manner or behavior; characterized by formal behavior or manners; ordered in advance, booked

Αγγλικά → Γαλλικά - reserved

προφορά
adj. réservé, renfermé; mis en réserve, réticent, peu communicatif

Αγγλικά → Γερμανικά - reserved

προφορά
[reserve] v. reservieren; speichern; sparen, (sich) vorbehalten
adj. reserviert; zurückhaltend; reserviert

Αγγλικά → Ινδονησιακά - reserved

προφορά
a. cadangan, dipesan: yg dipesan, ramah: tdk ramah, diam, menyendiri: yg suka menyendiri, pendiam

Αγγλικά → Ιταλικά - reserved

προφορά
agg. riservato, chiuso, poco espansivo; prenotato; serbato, tenuto da parte; tenuto a disposizione

Αγγλικά → Πολωνικά - reserved

προφορά
a. zarezerwowany, zastrzeżony, umiarkowany, zamknięty, niegadatliwy, nierozmowny, powściągliwy, oficjalny, chłodny, oziębły

Αγγλικά → Πορτογαλικά - reserved

προφορά
adj. controlado, reservado; contido; guardado

Αγγλικά → Ρουμανικά - reserved

προφορά
a. rezervat, reţinut, cumpătat, păstrat, discret, reticent, rece, retras, măsurat, tăcut, încuiat, închiriat, rezervă: în rezervă {mil.}

Αγγλικά → Ρωσικά - reserved

προφορά
прил. запасной, резервный; заказанный заранее, зарезервированный; скрытный, сдержанный, замкнутый, необщительный; осторожный

Αγγλικά → Ισπανικά - reserved

προφορά
adj. reservado, confidencial, de confidencialidad; apartado, preseleccionado; comedido, frío, recatado, reticente, retraído, sigiloso

Αγγλικά → Τουρκικά - reserved

προφορά
s. ayırtılmış, ayrılmış, tutulmuş, rezerve edilmiş, ağzı sıkı, sessiz, içine kapanık, çekingen

Αγγλικά → Ουκρανικά - reserved

προφορά
a. запасний, резервний, зарезервований, дискретний, заповідний

Αγγλικά → Ολλανδικά - reserved

προφορά
bn. terughoudend, beheerst; in goede konditie, goed behouden

Αγγλικά → Αραβικά - reserved

προφορά
‏متحفظ، محجوز، مفرد لغرض خاص، مدخر للمستقبل، محتشم، كتوم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - reserved

προφορά
(形) 留作专用的; 储备的; 预订的; 沉默寡言的

Αγγλικά → Κινεζικά - reserved

προφορά
(形) 留作專用的; 儲備的; 預訂的; 沈默寡言的

Αγγλικά → Χίντι - reserved

προφορά
a. अलग किया, अलग रखा हुआ, रुका हुआ, बचा रखा हुआ

Αγγλικά → Ιαπωνικά - reserved

προφορά
(形) 控えめな; 内気な; 予約した; 予備の
(動) 蓄える; 予約する; 差し控える

Αγγλικά → Κορεατικά - reserved

προφορά
형. 보류된, 제한된, 삼가하는; 특별한 목적을 위해 따로 확보된; 미리 예약된

Αγγλικά → Βιετναμικά - reserved

προφορά
a. để dành, để riêng, giử gìn, kín đáo


dictionary extension
© dictionarist.com