Αγγλικά → Ελληνικά - requisite

προφορά
ουσ. απαιτούμενο
επίθ. αναγκαίος, χρειώδης, απαιτούμενος

Αγγλικά → Αγγλικά - requisite

προφορά
n. necessity, something that is required
adj. required, essential, necessary, needed
v. requisition, require; commandeer

Αγγλικά → Γαλλικά - requisite

προφορά
n. necessité, chose nécessaire, conditions requises
adj. requis, nécessaire; essentiel; indispensable

Αγγλικά → Γερμανικά - requisite

προφορά
n. Erfordernis, Voraussetzung; Notwendigkeit
adj. notwendig; erforderlich

Αγγλικά → Ινδονησιακά - requisite

προφορά
n. keperluan, kebutuhan, tuntutan, syarat
a. diwajibkan: yg diwajibkan, diharuskan: yg diharuskan, diperlukan: yg diperlukan, dibutuhkan: yg dibutuhkan

Αγγλικά → Ιταλικά - requisite

προφορά
s. requisito; necessario, fabbisogno, occorrente
agg. necessario, indispensabile, occorrente

Αγγλικά → Πολωνικά - requisite

προφορά
n. wymaganie, rekwizyt
a. wymagany, konieczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - requisite

προφορά
s. requisito; necessidade, obrigação
adj. necessário, preciso, indispensável

Αγγλικά → Ρουμανικά - requisite

προφορά
n. cerinţă, condiţie, lucru necesar
a. cerut, necesar

Αγγλικά → Ρωσικά - requisite

προφορά
с. реквизит, необходимая вещь, необходимая принадлежность, все необходимое
прил. необходимый, требуемый

Αγγλικά → Ισπανικά - requisite

προφορά
s. requisito, condición, requerimiento
adj. necesario, requerible, requerido

Αγγλικά → Τουρκικά - requisite

προφορά
i. gerekli şey, gereç, malzeme
s. gerekli, lazım, zaruri, zorunlu

Αγγλικά → Ουκρανικά - requisite

προφορά
n. необхідне, потрібне
a. необхідний, потрібний

Γερμανικά → Αγγλικά - requisite

προφορά
adj. required, essential, necessary, needed

Αγγλικά → Ολλανδικά - requisite

προφορά
zn. vereiste
bn. vereist, nodig

Γερμανικά → Τουρκικά - requisite

προφορά
gerekli, zorunlu, zaruri, gerekli sey, ihtiyaç, gereç

Αγγλικά → Αραβικά - requisite

προφορά
‏الشيء الضروري‏
‏شىء أساسي، ضروري‏

Αγγλικά → Κινεζικά - requisite

προφορά
(名) 必需品, 必要物品, 要素
(形) 需要的, 必备的, 必不可少的

Αγγλικά → Κινεζικά - requisite

προφορά
(名) 必需品, 必要物品, 要素
(形) 需要的, 必備的, 必不可少的

Αγγλικά → Χίντι - requisite

προφορά
n. मांग
a. आवश्यक, प्रयोजनीय, अपेक्षित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - requisite

προφορά
(形) 必要な
(名) 必要品; 必需品; 必要条件

Αγγλικά → Κορεατικά - requisite

προφορά
명. 필수품
형. 필요한, 필수적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - requisite

προφορά
n. điều kiện cần thiết, vật cần thiết, đồ dùng văn phòng


dictionary extension
© dictionarist.com