Αγγλικά → Ελληνικά - reputable

προφορά
επίθ. ευυπόληπτος

Αγγλικά → Αγγλικά - reputable

προφορά
adj. highly esteemed, having a good reputation; honorable, respectable
adj. reputable, highly esteemed, honorable

Αγγλικά → Γαλλικά - reputable

προφορά
adj. réputé; connu; estimé; fameux; honorable, de bonne réputation, célèbre

Αγγλικά → Γερμανικά - reputable

προφορά
adj. ehr-, achtbar

Αγγλικά → Ινδονησιακά - reputable

προφορά
a. terkemuka, ternama, bernama baik, terpandang, dihormati: yg patut dihormati, normatif, baku

Αγγλικά → Ιταλικά - reputable

προφορά
agg. rispettabile, stimabile, onorabile; attendibile

Αγγλικά → Πολωνικά - reputable

προφορά
a. szanowany, chlubny, renomowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - reputable

προφορά
adj. respeitável; famoso

Αγγλικά → Ρουμανικά - reputable

προφορά
a. respectabil, onorabil, cinstit, reputaţie: cu reputaţie bună, stimat

Αγγλικά → Ρωσικά - reputable

προφορά
прил. достойный уважения, уважаемый, почтенный

Αγγλικά → Ισπανικά - reputable

προφορά
adj. acreditado, de bien, de buena reputación, de renombre, honesto, honrado, probo, reputado

Αγγλικά → Τουρκικά - reputable

προφορά
s. ünlü, tanınmış, saygın, itibarlı, şerefli, hatırı sayılır

Αγγλικά → Ουκρανικά - reputable

προφορά
a. повага: гідний поваги, шанований

Αγγλικά → Ολλανδικά - reputable

προφορά
bn. achtenswaardig, fatsoenlijk

Αγγλικά → Αραβικά - reputable

προφορά
‏حسن السمعة، ذو سمعة طيبة، شريف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - reputable

προφορά
(形) 声誉好的, 可尊敬的; 规范的, 标准的

Αγγλικά → Κινεζικά - reputable

προφορά
(形) 聲譽好的, 可尊敬的; 規範的, 標準的

Αγγλικά → Χίντι - reputable

προφορά
a. इज़्ज़तदार, आदरणीय, सम्मानित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - reputable

προφορά
(形) 評判のよい; 立派な

Αγγλικά → Κορεατικά - reputable

προφορά
형. 평판이 좋은; 명성이 있는, 존경할 만한

Αγγλικά → Βιετναμικά - reputable

προφορά
a. danh giá, đáng kính


dictionary extension
© dictionarist.com