Ισπανικά → Αγγλικά - repuesto

προφορά
adj. recovered, regained, obtained again; recuperated, having regained health after an illness or injury

Ισπανικά → Γαλλικά - repuesto

προφορά
1. (objetos) objet de réserve
2. (técnico) pièce de rechange

Ισπανικά → Γερμανικά - repuesto

προφορά
n. vorrat, ersatz, anrichte
a. ersetzt, zurückgezogen, entfernt, versteckt

Ισπανικά → Ρωσικά - repuesto

προφορά
n. запас, резерв

Ισπανικά → Κορεατικά - repuesto

προφορά
n. 예비, 식료품


dictionary extension
© dictionarist.com