Αγγλικά → Ελληνικά - repress

προφορά
ρήμ. καταστέλλω

Αγγλικά → Αγγλικά - repress

προφορά
v. suppress, restrain, control; subdue, quell, quash

Αγγλικά → Γαλλικά - repress

προφορά
v. réprimer; retenir, contenir, supprimer, restreindre, contrôler; refouler (sentiments)

Αγγλικά → Γερμανικά - repress

προφορά
v. unterdrücken; benachteiligen; verdrängen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - repress

προφορά
v. menindas, menahan, membendung, mengekang, menekan

Αγγλικά → Ιταλικά - repress

προφορά
v. reprimere, frenare, trattenere, contenere; domare, sedare; sottomettere, assoggettare; opprimere

Αγγλικά → Πολωνικά - repress

προφορά
v. pohamować, poskramiać, stłumić, poskromić, stłumiać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - repress

προφορά
v. reprimir; conter, subjugar; refrear

Αγγλικά → Ρουμανικά - repress

προφορά
v. reprima, comprima, refula

Αγγλικά → Ρωσικά - repress

προφορά
г. подавлять, репрессировать, сдерживать

Αγγλικά → Ισπανικά - repress

προφορά
v. reprimir, contener, refrenar, represar

Αγγλικά → Τουρκικά - repress

προφορά
f. bastırmak, önlemek, baskılamak, baskı altında tutmak, içine atmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - repress

προφορά
v. придушувати, пригнічувати, репресувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - repress

προφορά
ww. onderdrukken, in bedwang/toom houden

Αγγλικά → Αραβικά - repress

προφορά
‏كبح، كبت، كظم، قمع، سيطر، كتم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - repress

προφορά
(动) 镇压, 压制, 抑制; 抑制; 镇压

Αγγλικά → Κινεζικά - repress

προφορά
(動) 鎮壓, 壓制, 抑制; 抑制; 鎮壓

Αγγλικά → Χίντι - repress

προφορά
v. रोकना, दबाना, अधिकार में लाना, शमन करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - repress

προφορά
(動) 抑える, 抑圧する; 鎮圧する

Αγγλικά → Κορεατικά - repress

προφορά
동. 정복하다, 억압하다; 복종시키다, 억누르다, 진압하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - repress

προφορά
v. dẹp, đàn áp, chế phục


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: repressing
Present: repress (3.person: represses)
Past: repressed
Future: will repress
Present conditional: would repress
Present Perfect: have repressed (3.person: has repressed)
Past Perfect: had repressed
Future Perfect: will have repressed
Past conditional: would have repressed
© dictionarist.com