Αγγλικά → Ελληνικά - reprehension

προφορά
ουσ. επίπληξη

Αγγλικά → Αγγλικά - reprehension

προφορά
n. admonition, act of reprimanding, act of scolding
n. reprehensibility, culpability

Αγγλικά → Γαλλικά - reprehension

προφορά
n. répréhension; blâme, réprimande

Αγγλικά → Γερμανικά - reprehension

προφορά
n. Tadel; Rüge

Αγγλικά → Ινδονησιακά - reprehension

προφορά
n. celaan, umpatan, umpat

Αγγλικά → Ιταλικά - reprehension

προφορά
s. riprovazione, biasimo

Αγγλικά → Πολωνικά - reprehension

προφορά
n. nagana, potępienie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - reprehension

προφορά
s. repreenção, censura

Αγγλικά → Ρουμανικά - reprehension

προφορά
n. dojană, mustrare

Αγγλικά → Ρωσικά - reprehension

προφορά
с. порицание, осуждение

Αγγλικά → Ισπανικά - reprehension

προφορά
s. reprensión, censura, filípica, regañina, reprimenda, vituperación

Αγγλικά → Τουρκικά - reprehension

προφορά
i. azar, paylama, kınama, ihtar

Αγγλικά → Ουκρανικά - reprehension

προφορά
n. догана, осудження

Αγγλικά → Ολλανδικά - reprehension

προφορά
zn. berisping, blaam

Αγγλικά → Αραβικά - reprehension

προφορά
‏توبيخ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - reprehension

προφορά
(名) 非难; 指责

Αγγλικά → Κινεζικά - reprehension

προφορά
(名) 非難; 指責

Αγγλικά → Χίντι - reprehension

προφορά
n. निन्दा, कलंक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - reprehension

προφορά
(名) 叱責

Αγγλικά → Κορεατικά - reprehension

προφορά
명. 질책, 비난

Αγγλικά → Βιετναμικά - reprehension

προφορά
n. sự khiển trách


dictionary extension
© dictionarist.com