Αγγλικά → Ελληνικά - repine

προφορά
ρήμ. στενοχωρούμαι, δυσφορώ, δυσαρεστούμαι, γογγύζω

Αγγλικά → Αγγλικά - repine

προφορά
v. complain, express discontent, express dissatisfaction

Αγγλικά → Γαλλικά - repine

προφορά
v. se plaindre; exprimer son mécontentement

Αγγλικά → Γερμανικά - repine

προφορά
v. murren, mißvergnügt sein

Αγγλικά → Ινδονησιακά - repine

προφορά
v. mengeluh, puas: tdk puas, merana

Αγγλικά → Ιταλικά - repine

προφορά
v. lagnarsi, lamentarsi

Αγγλικά → Πολωνικά - repine

προφορά
v. skarżyć się, sarkać, sarknąć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - repine

προφορά
v. amofinar-se, afligir-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - repine

προφορά
v. fi nemulţumit, plânge: se plânge

Αγγλικά → Ρωσικά - repine

προφορά
г. роптать, жаловаться

Αγγλικά → Ισπανικά - repine

προφορά
v. quejarse

Αγγλικά → Τουρκικά - repine

προφορά
f. yakınmak, söylenmek, şikâyetçi olmak, küsmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - repine

προφορά
v. ремствувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - repine

προφορά
ww. klagen; morren

Αγγλικά → Αραβικά - repine

προφορά
‏تبرم، شكا، تذمر، همهم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - repine

προφορά
(动) 不满; 埋怨, 发牢骚; 烦恼

Αγγλικά → Κινεζικά - repine

προφορά
(動) 不滿; 埋怨, 發牢騷; 煩惱

Αγγλικά → Χίντι - repine

προφορά
v. शिकायत करना, विलाप करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - repine

προφορά
(動) 不満を抱く

Αγγλικά → Κορεατικά - repine

προφορά
동. 불평을 늘어놓다

Αγγλικά → Βιετναμικά - repine

προφορά
a. phàn nàn


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: repining
Present: repine (3.person: repines)
Past: repined
Future: will repine
Present conditional: would repine
Present Perfect: have repined (3.person: has repined)
Past Perfect: had repined
Future Perfect: will have repined
Past conditional: would have repined
© dictionarist.com