Γερμανικά → Αγγλικά - renommiert

προφορά
adj. honorable, deserving of respect and admiration; recognized, acknowledged

Γερμανικά → Γαλλικά - renommiert

προφορά
adj. réputé, renommé

Γερμανικά → Ιταλικά - renommiert

προφορά
adj. famoso, rinomato

Γερμανικά → Ισπανικά - renommiert

προφορά
adj. afamado, renombrado, famoso, célebre

Γερμανικά → Ολλανδικά - renommiert

προφορά
gerenommeerd ,renomeert ,vermaard

Γερμανικά → Κινεζικά - renommiert

προφορά
adj. 享有盛誉的。有名望的。有声望的。著名的。出名的。


© dictionarist.com