Ισπανικά → Αγγλικά - rendido

προφορά
adj. all in, tired, worn out, lobbied

Ισπανικά → Γαλλικά - rendido

προφορά
(estado físico) à bout de force; à plat {informal}; épuisé; éreinté; brisé; rompu; très fatigué; claqué {informal}; crevé {informal}; mort de fatigue; brisé de fatigue

Ισπανικά → Γερμανικά - rendido

προφορά
a. bezwungen, abgekämpft, erledigt, erschlagen, schachmatt, ergeben, hingebend, willfährig, erschöpft, kaputt, ausgepumpt

Ισπανικά → Ρωσικά - rendido

προφορά
adj. побежденный

Ισπανικά → Κορεατικά - rendido

προφορά
adj. 복종적인


dictionary extension
© dictionarist.com