Ιταλικά → Αγγλικά - religioso

προφορά
adj. religious, godly

Πορτογαλικά → Αγγλικά - religioso

προφορά
adj. religious, pious

Ισπανικά → Αγγλικά - religioso

προφορά
adj. devout, sacred, religious

Ιταλικά → Γαλλικά - religioso

προφορά
(religione) religieux; pieux

Ιταλικά → Γερμανικά - religioso

προφορά
adj. fromm, geistlich, kirchlich, religiös

Πορτογαλικά → Γαλλικά - religioso

προφορά
(religião) religieux

Ισπανικά → Γαλλικά - religioso

προφορά
(religión) religieux

Ισπανικά → Γερμανικά - religioso

προφορά
n. mönch, geistliche, ordensbruder, klosterbruder
a. religiös, gottesfürchtig, fromm, andächtig, gewissenhaft

Ισπανικά → Ρωσικά - religioso

προφορά
adj. религиозный

Ισπανικά → Κορεατικά - religioso

προφορά
n. 수도자
adj. 종교의


dictionary extension
© dictionarist.com