Αγγλικά → Ελληνικά - relief

προφορά
ουσ. ανακούφιση, περίθαλψη, ενίσχυση, επικουρία, ανάγλυφο

Αγγλικά → Αγγλικά - relief

προφορά
n. easement, alleviation; liberation, release; support provided to the needy; embossment, sculpture in which the forms project outward from the surface; aid, assistance; person who fills the role of another
n. relief map, map that shows the various heights of land forms using color shading and lines
n. relief, easement

Αγγλικά → Γαλλικά - relief

προφορά
n. soulagement; allégement; secours; décharge; relief; remplaçant

Αγγλικά → Γερμανικά - relief

προφορά
n. Wohl, Wohltat; Erleichterung; Entlassung; Abwechslung; Hilfe; Ablösung; Entsatz; Hochdruck; Relief

Αγγλικά → Ινδονησιακά - relief

προφορά
n. kelegaan, bantuan, pertolongan, sokongan, dorongan, pembebasan, keringanan, gambar timbul, kejelasan garis-garis besar, penegasan

Αγγλικά → Ιταλικά - relief

προφορά
s. sollievo, ristoro, conforto; soccorso, assistenza, aiuto; sussidio, sovvenzione; (Mil) soccorsi, rinforzi, rifornimenti; cambio, sostituzione, rimpiazzo; sostituto; diversivo; (Dir) esenzione

Αγγλικά → Πολωνικά - relief

προφορά
n. ulga, odciążenie, plastyka, uwypuklenie, zapomoga, pomoc, osłoda w nieszczęściu, odsiecz, wsparcie, zasiłek, płaskorzeźba, relief, wypukłość
a. reliefowy, zapomogowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - relief

προφορά
s. alívio; ajuda; esmola; rendimento; socorro; reparação

Αγγλικά → Ρουμανικά - relief

προφορά
n. uşurare, alinare, consolare, potolire, mângâiere, ajutor, asistenţă, scutire, descărcare, despresurare, îndreptare, valoare, importanţă, schimb, culoare {fig.}, relief

Αγγλικά → Ρωσικά - relief

προφορά
с. облегчение, утешение, смягчение; разнообразие, перемена, контраст; помощь, пособие по безработице, подкрепление, выручка; снятие осады, смена, освобождение; рельеф, рельеф местности, характер местности; рельефность, четкость

Αγγλικά → Ισπανικά - relief

προφορά
s. alivio, aligeramiento, atenuante, consuelo, desahogo, descongestión, mitigación, remedio, respiro, solaz; ayuda, socorro; relieve, realce

Αγγλικά → Τουρκικά - relief

προφορά
i. rahatlama, sıkıntıdan kurtulma, kurtarma, rahatlatma, çare, yardım, destek, ara verme, nöbet değiştirme, nöbeti alan kimse, hafifletme, kabartma, rölyef

Αγγλικά → Ουκρανικά - relief

προφορά
n. полегшення, зниження, різноманітність, допомога, рельєф, рельєфність, караул, запомога
a. рельєфний

Γαλλικά → Αγγλικά - relief

προφορά
(m) n. relief, easement

Γερμανικά → Αγγλικά - relief

προφορά
n. easement, alleviation; liberation, release; support provided to the needy; embossment, sculpture in which the forms project outward from the surface; aid, assistance; person who fills the role of another

Πολωνικά → Αγγλικά - relief

n. relief

Ρουμανικά → Αγγλικά - relief

n. relief

Αγγλικά → Ολλανδικά - relief

προφορά
zn. opluchting; verlichting; hulp, aflossing(sploeg); reliëf; extra

Γαλλικά → Γερμανικά - relief

προφορά
n. räumlichkeit, relief

Γαλλικά → Ιταλικά - relief

προφορά
(art) rilievo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - relief

προφορά
(art) relevo (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - relief

προφορά
n. рельеф (m), выпуклость (отчетливость) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - relief

προφορά
(art) relieve (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - relief

προφορά
[le] kabartı, kabartma, rölyef; engebe

Γερμανικά → Γαλλικά - relief

προφορά
n. modelé (m), relief (m)

Γερμανικά → Ιταλικά - relief

προφορά
n. plastico (m), rilievo (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - relief

προφορά
n. рельеф (n)

Γερμανικά → Ισπανικά - relief

προφορά
n. relieve (m), anáglifo (m), mazonería (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - relief

προφορά
i. kabartma (n), engebelik (n)

Γαλλικά → Ολλανδικά - relief

προφορά
(art) reliëf (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - relief

προφορά
reliëf

Αγγλικά → Αραβικά - relief

προφορά
‏فرج، راحة، إعانة نجدة، تخفيض، بروز، ترويح، غوث، نجدة، عون، مساعدة، مساعدة إجتماعية، تضاريس، إسعاف، إنقاذ، تحرير، إرتياح، إعفاء، النحت النافر، وضوح المعالم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - relief

προφορά
(名) 减轻, 安慰, 救济

Αγγλικά → Κινεζικά - relief

προφορά
(名) 減輕, 安慰, 救濟

Αγγλικά → Χίντι - relief

προφορά
n. सहायता, सुख, दुःखी की सहायता, उभड़ी हुई नक्काशी, आराम, चैन, राहत, भारमुक्ति, एवज़, भारग्राही, प्रमुखता, कुमक
a. सहायता का, सुख का, दुःखी की सहायता का, उभड़ी हुई नक्काशी का, आराम का, चैन का, भारमुक्ति का, एवज का, भारग्राही का, प्रमुखता का, कुमक का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - relief

προφορά
(名) 安心, 安堵, 安らぎ; 息抜き; 和らげること; 救援物資; 救助; 浮き彫り; 立体感; 際立つこと

Αγγλικά → Κορεατικά - relief

προφορά
명. 완화, 경감; 안심, 한숨돌리기; 양각; 원조, 구조; 다른 사람의 역할을 하는 사람

Αγγλικά → Βιετναμικά - relief

προφορά
n. sự làm cho bớt, sự giãm bớt, sự giúp đở, sự cứu trợ, sự cứu tế, sự giải vây, sự thay phiên, sự đổi gác, cách chạm nổi, hình chạm nổi, đồ chạm nổi, nêu lên việc gì

Γερμανικά → Κινεζικά - relief

προφορά
[das]pl.Reliefe 1、地形,地貌。2、地形模型。3、浮雕。4、解脱。


dictionary extension
© dictionarist.com