Πορτογαλικά → Αγγλικά - relevante

προφορά
adj. relevant, applicable

Ισπανικά → Αγγλικά - relevante

προφορά
adj. outstanding, prominent

Γαλλικά → Γερμανικά - relevante

προφορά
gehörige

Πορτογαλικά → Γαλλικά - relevante

προφορά
1. (sujeito) se rapportant; allié; apparenté
2. (informação) essentiel; significatif
3. (importância) significatif; sérieux; important

Ισπανικά → Γερμανικά - relevante

προφορά
a. hervorragend, markant, erheblich, profiliert, relevant


dictionary extension
© dictionarist.com