Αγγλικά → Ελληνικά - relentless

προφορά
επίθ. αμείλικτος

Αγγλικά → Αγγλικά - relentless

προφορά
adj. severe, harsh, unrelenting; inexorable; never-ceasing; that does not relent; unyielding

Αγγλικά → Γαλλικά - relentless

προφορά
adj. cruel, implacable, inflexible

Αγγλικά → Γερμανικά - relentless

προφορά
adj. grausam, hart

Αγγλικά → Ινδονησιακά - relentless

προφορά
a. kasihan: tanpa belas kasihan, keras hati

Αγγλικά → Ιταλικά - relentless

προφορά
agg. implacabile, inesorabile, spietato

Αγγλικά → Πολωνικά - relentless

προφορά
a. nieustępliwy, nieprzejednany, srogi, nieubłagany, bezlitosny, nielitościwy, bezpardonowy, bezwzględny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - relentless

προφορά
adj. cruel, rígido

Αγγλικά → Ρουμανικά - relentless

προφορά
a. neînduplecat, necruţător, neîndurător, implacabil, neîncetat, intransigent, neobosit

Αγγλικά → Ρωσικά - relentless

προφορά
прил. безжалостный, неумолимый, непреклонный, беспощадный, неотступный, неустанный, неослабевающий, неослабный

Αγγλικά → Ισπανικά - relentless

προφορά
adj. implacable, asiduo, avasallador, despiadado, inclemente, inexorable

Αγγλικά → Τουρκικά - relentless

προφορά
s. insafsız, acımasız, merhametsiz

Αγγλικά → Ουκρανικά - relentless

προφορά
a. безжалісний, непохитний, невідступний, неослабний, неподатливий, завзятущий, непощадний

Αγγλικά → Ολλανδικά - relentless

προφορά
bn. wreed; hard

Αγγλικά → Αραβικά - relentless

προφορά
‏متصلب، قاس صلب، عديم الشفقة، متصلب الراي، قاس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - relentless

προφορά
(形) 无情的, 残酷的, 冷酷的

Αγγλικά → Κινεζικά - relentless

προφορά
(形) 無情的, 殘酷的, 冷酷的

Αγγλικά → Χίντι - relentless

προφορά
a. दयाहीन, निर्दय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - relentless

προφορά
(形) 情け容赦のない

Αγγλικά → Κορεατικά - relentless

προφορά
형. 냉혹한, 잔인한, 무정한, 가차없는

Αγγλικά → Βιετναμικά - relentless

προφορά
a. không êm, nghiêm khắc, không dịu dàng, không thuần tính


dictionary extension
© dictionarist.com