Πορτογαλικά → Αγγλικά - relacionado

προφορά
adj. related, connected; relational, conversant

Ισπανικά → Αγγλικά - relacionado

προφορά
adj. allied, relevant, germane

Πορτογαλικά → Γαλλικά - relacionado

προφορά
1. (geral) voisin
2. (associado) associé; relaté

Ισπανικά → Γαλλικά - relacionado

προφορά
1. (general) voisin
2. (sujeto) se rapportant; allié; apparenté
3. (asociado) associé; relaté 4. (correlativo) corrélatif; en corrélation


dictionary extension
© dictionarist.com