Αγγλικά → Ελληνικά - rejuvenate

προφορά
ρήμ. επαναφέρω την νεότητα, ξανανιώνω

Αγγλικά → Γαλλικά - rejuvenate

προφορά
v. rajeunir, retrouver sa jeunesse; devenir plus jeune

Αγγλικά → Γερμανικά - rejuvenate

προφορά
v. verjüngen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - rejuvenate

προφορά
v. meremajakan, menjadikan muda kembali, mempermuda, muda: menjadi muda kembali, memulihkan, membarui

Αγγλικά → Ιταλικά - rejuvenate

προφορά
v. ringiovanire

Αγγλικά → Πολωνικά - rejuvenate

προφορά
v. odmładzać, odmłodnieć, odmłodzić

Αγγλικά → Πορτογαλικά - rejuvenate

προφορά
v. rejuvenecer

Αγγλικά → Ρουμανικά - rejuvenate

προφορά
v. reîntineri, întineri

Αγγλικά → Ρωσικά - rejuvenate

προφορά
г. омолаживать

Αγγλικά → Ισπανικά - rejuvenate

προφορά
v. volverse más joven, cobrar nueva vida; ser rejuvenecedor; rejuvenecer, remozar, revitalizar

Αγγλικά → Τουρκικά - rejuvenate

προφορά
f. gençleştirmek, yenilemek

Αγγλικά → Ουκρανικά - rejuvenate

προφορά
v. омолоджувати, омолоджуватися, молодити

Αγγλικά → Ολλανδικά - rejuvenate

προφορά
ww. verjongen

Αγγλικά → Αραβικά - rejuvenate

προφορά
‏إستعاد شبابه، أعاد الشباب الى، جدد، تجدد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - rejuvenate

προφορά
(动) 使年轻, 使恢复精神, 使复原

Αγγλικά → Κινεζικά - rejuvenate

προφορά
(動) 使年輕, 使恢復精神, 使復原

Αγγλικά → Χίντι - rejuvenate

προφορά
v. फिर से युवा करना, पुनः युवा बनाना, पुनः तरुण बनाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - rejuvenate

προφορά
(動) 若返らせる; 元気を回復させる; 若返る

Αγγλικά → Κορεατικά - rejuvenate

προφορά
동. 도로 젊어지게 하다, 젊음을 회복하다; 젊게 되다

Αγγλικά → Βιετναμικά - rejuvenate

προφορά
v. làm trẻ lại, trẻ lại


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: rejuvenating
Present: rejuvenate (3.person: rejuvenates)
Past: rejuvenated
Future: will rejuvenate
Present conditional: would rejuvenate
Present Perfect: have rejuvenated (3.person: has rejuvenated)
Past Perfect: had rejuvenated
Future Perfect: will have rejuvenated
Past conditional: would have rejuvenated
© dictionarist.com