Πορτογαλικά → Αγγλικά - reino

προφορά
(m) n. kingdom, realm; regality, reign; region

Ισπανικά → Αγγλικά - reino

προφορά
[reino (m)] n. kingdom, empire, realm

Πορτογαλικά → Γαλλικά - reino

προφορά
1. (geral) royaume (m)
2. (política) royaume (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - reino

προφορά
1. (general) royaume (m)
2. (política) royaume (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - reino

προφορά
n. reich, königreich

Ισπανικά → Ρωσικά - reino

προφορά
n. королевство

Ισπανικά → Κορεατικά - reino

προφορά
n. 왕국, 제국


dictionary extension
© dictionarist.com