Αγγλικά → Ελληνικά - reign

προφορά
ουσ. κυριαρχία, βασιλεία
ρήμ. βασιλεύω

Αγγλικά → Αγγλικά - reign

προφορά
n. rule, government; period of rule, period of time that a particular government is in control
v. possess sovereign power, rule, control, govern; predominate, prevail, be widespread

Αγγλικά → Γαλλικά - reign

προφορά
n. loi, gouvernement; règne; période de règne
v. dominer, gouverner, régner; contrôler

Αγγλικά → Γερμανικά - reign

προφορά
n. Herrschaft; Regentschaft
v. regieren; herrschen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - reign

προφορά
n. pemerintahan, kekuasaan, kerajaan
v. memerintah, mengampukan, merajalela, menguasai, mencengkam

Αγγλικά → Ιταλικά - reign

προφορά
s. regno, stato retto da una monarchia, reame; (fig) sovranità, autorità; mondo; ambiente
v. regnare; dominare

Αγγλικά → Πολωνικά - reign

προφορά
n. panowanie króla, rządy, władanie
v. panować, władać, królować, grasować

Αγγλικά → Πορτογαλικά - reign

προφορά
s. reino, reinado, império
v. dominar, reinar

Αγγλικά → Ρουμανικά - reign

προφορά
n. domnie, stăpânire, imperiu, putere {fig.}, dominaţie
v. stăpâni, domni, guverna, oblădui, trona, cârmui

Αγγλικά → Ρωσικά - reign

προφορά
с. царствование, царская власть, власть
г. царствовать, господствовать

Αγγλικά → Ισπανικά - reign

προφορά
s. reinado, imperio, reino
v. reinar, imperar, regentar

Αγγλικά → Τουρκικά - reign

προφορά
f. hüküm sürmek, saltanat sürmek, egemen olmak
i. hükümdarlık, saltanat, saltanat dönemi, egemenlik

Αγγλικά → Ουκρανικά - reign

προφορά
n. царювання, влада, держава, царство
v. царювати, панувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - reign

προφορά
zn. regering, bewind; rijk
ww. regeren, heersen

Αγγλικά → Αραβικά - reign

προφορά
‏سيطرة، نفوذ، حكم الملك أو نظامه، حكم نظام، سلطان، العهد مدة حكم الملك‏
‏ملك، ساد، حكم يدير، تولى الملك، سيطر، عم، خيم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - reign

προφορά
(名) 统治; 在位期间, 统治时期; 支配
(动) 君临; 支配; 统治; 盛行, 占优势

Αγγλικά → Κινεζικά - reign

προφορά
(名) 統治; 在位期間, 統治時期; 支配
(動) 君臨; 支配; 統治; 盛行, 佔優勢

Αγγλικά → Χίντι - reign

προφορά
n. शासन-राज्य, राज्य-काल, राज
v. राज्य करना, सवोर्परि होना, शासन करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - reign

προφορά
(動) 君臨する; 支配する; 勢力をふるう
(名) 治世; 統治; 勢力範囲

Αγγλικά → Κορεατικά - reign

προφορά
명. 통치, 지배; 통치기간, 지배기간
동. 주권을 잡다, 통치하다; 크게 유행하다, 세력을 떨치다

Αγγλικά → Βιετναμικά - reign

προφορά
n. sự thống trị, sự trị vị, triều đại, thời gian cai trị, giới thực vật, tại vị
v. thống trị


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: reigning
Present: reign (3.person: reigns)
Past: reigned
Future: will reign
Present conditional: would reign
Present Perfect: have reigned (3.person: has reigned)
Past Perfect: had reigned
Future Perfect: will have reigned
Past conditional: would have reigned
© dictionarist.com