Αγγλικά → Ελληνικά - regulate

προφορά
ρήμ. κανονίζω, ρυθμίζω, ρεγουλάρω

Αγγλικά → Αγγλικά - regulate

προφορά
v. control, govern, manage; adjust to a specific level or condition
v. regulate; time
v. control oneself

Αγγλικά → Γαλλικά - regulate

προφορά
v. régler, régulariser; diriger, réglementer, contrôler; fixer

Αγγλικά → Γερμανικά - regulate

προφορά
v. ordnen; berichtigen, regulieren

Αγγλικά → Ινδονησιακά - regulate

προφορά
v. mengatur, menyetel, mencocokkan

Αγγλικά → Ιταλικά - regulate

προφορά
v. regolare, dirigere, guidare; disciplinare

Αγγλικά → Πολωνικά - regulate

προφορά
v. regulować, uregulować, wyregulować, doregulować, naregulować, normować, ujednostajnić, reglamentować, ujednostajniać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - regulate

προφορά
v. regular, regulamentar; regular, ajustar

Αγγλικά → Ρουμανικά - regulate

προφορά
v. regula, stabili, rândui, orândui, fixa, reglementa, regla, modera, adapta, tempera, potrivi

Αγγλικά → Ρωσικά - regulate

προφορά
г. регулировать, отрегулировать, упорядочивать, контролировать, приспосабливать, выверять, соразмерять

Αγγλικά → Ισπανικά - regulate

προφορά
v. regular, ajustar, controlar, dosificar, pautar, poner a punto, reajustar, reglamentar, reglar; ser regulable

Αγγλικά → Τουρκικά - regulate

προφορά
f. düzenlemek, düzenleme yapmak, ayarlamak, yoluna koymak

Αγγλικά → Ουκρανικά - regulate

προφορά
v. регулювати, вивіряти, регламентувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - regulate

προφορά
ww. reguleren; richten; regelen

Αγγλικά → Αραβικά - regulate

προφορά
‏نظم، ضبط، نسق، عدل، قرر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - regulate

προφορά
(动) 管理; 为...制订规章; 控制; 校准

Αγγλικά → Κινεζικά - regulate

προφορά
(動) 管理; 為...制訂規章; 控制; 校準

Αγγλικά → Χίντι - regulate

προφορά
v. विनियमन करना, क्रम में रखना, नियमित करना, निदेर्श करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - regulate

προφορά
(動) 規則正しくする; 統制する; 調整する

Αγγλικά → Κορεατικά - regulate

προφορά
동. 관리하다, 통제하다, 규정하다, 규제하다; 조절하다, 조정하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - regulate

προφορά
v. sắp đặt, chỉnh đốn, điều lệ


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: regulating
Present: regulate (3.person: regulates)
Past: regulated
Future: will regulate
Present conditional: would regulate
Present Perfect: have regulated (3.person: has regulated)
Past Perfect: had regulated
Future Perfect: will have regulated
Past conditional: would have regulated
© dictionarist.com