Πολωνικά → Αγγλικά - reformista

n. reformist

Πορτογαλικά → Αγγλικά - reformista

προφορά
(mf) n. reformer, reformist

Ισπανικά → Αγγλικά - reformista

προφορά
adj. reformist

Ισπανικά → Γερμανικά - reformista

προφορά
n. reformer, reformator, erneuerer, reformist
a. reformatorisch

Ισπανικά → Κορεατικά - reformista

προφορά
n. 혁신주의자
adj. 혁신주의자의


dictionary extension
© dictionarist.com