Πολωνικά → Αγγλικά - reforma

n. reform, reorganization

Πορτογαλικά → Αγγλικά - reforma

προφορά
n. reform, amendment; redress; reconstruction; improvement, reformation; regeneration, renovation

Ρουμανικά → Αγγλικά - reforma

v. reform, renew, improve, invalid

Ισπανικά → Αγγλικά - reforma

προφορά
n. reform, reformation, improvement, alteration,

Πορτογαλικά → Γαλλικά - reforma

προφορά
1. (mudança) réforme (f)
2. (casa) retapage (m); rénovation (f); remise à neuf
3. (construção) restauration (f); transformations (fp) 4. (comportamento) réforme (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - reforma

προφορά
(cambio) réforme (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - reforma

προφορά
n. reform, umgestaltung, umbildung, umänderung, neuerung, erneuerung, neuordnung, umarbeitung, besserung, verbesserung, reformation

Ισπανικά → Ρωσικά - reforma

προφορά
n. реформа, преобразование

Ισπανικά → Κορεατικά - reforma

προφορά
n. 개정


dictionary extension
© dictionarist.com