Αγγλικά → Ελληνικά - reclusive

προφορά
(Lex**) απομονωμένος

Αγγλικά → Αγγλικά - reclusive

προφορά
adj. living in seclusion, living apart from society; living in isolation for religious reasons
adj. reclusive, living in seclusion, living apart from society; living in isolation for religious reasons

Αγγλικά → Γαλλικά - reclusive

προφορά
adj. réclusif; solitaire

Αγγλικά → Γερμανικά - reclusive

προφορά
adj. einsiedlerisch

Αγγλικά → Ιταλικά - reclusive

προφορά
agg. solitario

Αγγλικά → Πορτογαλικά - reclusive

προφορά
adj. solitário; privar-se

Αγγλικά → Ρωσικά - reclusive

προφορά
затворнический; отшельнический; скрытый от света; уединенный

Αγγλικά → Ισπανικά - reclusive

προφορά
adj. solitario

Αγγλικά → Ολλανδικά - reclusive

προφορά
bn. teruggetrokken; alleenstaand

Αγγλικά → Αραβικά - reclusive

προφορά
‏متوحد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - reclusive

προφορά
(形) 隐遁的; 隐居的

Αγγλικά → Κινεζικά - reclusive

προφορά
(形) 隱遁的; 隱居的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - reclusive

προφορά
(形) 隠遁した; わびしい

Αγγλικά → Κορεατικά - reclusive

προφορά
형. 속세를 버린, 은둔하는, 종교적인 이유로 은둔해 사는


© dictionarist.com