Πορτογαλικά → Αγγλικά - recidiva

προφορά
(f) n. relapse, regression

Ρουμανικά → Αγγλικά - recidiva

v. relapse

Ισπανικά → Αγγλικά - recidiva

προφορά
n. relapse, regression, reversion to a former state; recurrence of an illness after an initial recovery

Ιταλικά → Γαλλικά - recidiva

προφορά
(delitto - donna) récidiviste (f)

Ιταλικά → Γερμανικά - recidiva

προφορά
n. rückfall

Ισπανικά → Γερμανικά - recidiva

προφορά
n. rückfall, rezidiv


dictionary extension
© dictionarist.com