Ιταλικά → Αγγλικά - recato

προφορά
[recare] v. cause; bring, carry, bear

Πορτογαλικά → Αγγλικά - recato

προφορά
n. modesty, pudency

Ισπανικά → Αγγλικά - recato

προφορά
n. demureness

Ιταλικά → Γερμανικά - recato

προφορά
zugefügt, gebracht

Ισπανικά → Γερμανικά - recato

προφορά
n. vorsicht, zurückhaltung, scheu, schamhaftigkeit, ehrbarkeit, sittsamkeit


dictionary extension
© dictionarist.com