Αγγλικά → Ελληνικά - ratio

προφορά
ουσ. αναλογία, σχέση, λόγος

Αγγλικά → Αγγλικά - ratio

προφορά
n. proportional relation, relationship of quantity or size between two things
n. reason, cause, basis for action
n. ratio, proportional relation, relationship of quantity or size between two things

Αγγλικά → Γαλλικά - ratio

προφορά
n. rapport, taux, proportion

Αγγλικά → Γερμανικά - ratio

προφορά
n. Verhältnis; Anteil

Αγγλικά → Ινδονησιακά - ratio

προφορά
n. perbandingan, nisbah
v. memperbandingkan

Αγγλικά → Ιταλικά - ratio

προφορά
s. (Mat) rapporto; proporzione; (Filos) ragione

Αγγλικά → Πολωνικά - ratio

προφορά
n. stosunek, proporcja, współczynnik, wskaźnik, iloczyn

Αγγλικά → Πορτογαλικά - ratio

προφορά
s. relação, proporção, razão

Αγγλικά → Ρουμανικά - ratio

προφορά
n. proporţie, raport, corelaţie, raport de transmisie {tehn.}, raţiune {fil.}

Αγγλικά → Ρωσικά - ratio

προφορά
с. отношение, коэффициент, пропорция, соотношение, передаточное число

Αγγλικά → Ισπανικά - ratio

προφορά
s. proporción, cociente, índice, porcentaje, proporción aritmética, razón

Αγγλικά → Τουρκικά - ratio

προφορά
i. oran, orantı, rasyo

Αγγλικά → Ουκρανικά - ratio

προφορά
n. відношення, пропорція, раціон

Γαλλικά → Αγγλικά - ratio

προφορά
(m) n. ratio, proportional relation, relationship of quantity or size between two things

Γερμανικά → Αγγλικά - ratio

προφορά
n. proportional relation, relationship of quantity or size between two things

Ισπανικά → Αγγλικά - ratio

προφορά
n. ratio, proportional relation, relationship of quantity or size between two things

Αγγλικά → Ολλανδικά - ratio

προφορά
zn. verhouding

Γαλλικά → Τουρκικά - ratio

προφορά
[le] oran

Γερμανικά → Γαλλικά - ratio

προφορά
n. raison (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - ratio

προφορά
n. ragione (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - ratio

προφορά
n. аргумент (f), довод (f), соображение (f), разум (f), логическое мышление (f), мера (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - ratio

προφορά
n. ración (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - ratio

προφορά
i. akıl (f)

Ολλανδικά → Γαλλικά - ratio

προφορά
(algemeen) rapport (m)

Αγγλικά → Αραβικά - ratio

προφορά
‏نسبة، سبب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - ratio

προφορά
(名) 比, 比率

Αγγλικά → Κινεζικά - ratio

προφορά
(名) 比, 比率

Αγγλικά → Χίντι - ratio

προφορά
n. अनुपात

Αγγλικά → Ιαπωνικά - ratio

προφορά
(名) 比率; 比; 比例

Αγγλικά → Κορεατικά - ratio

προφορά
명. 비, 비율

Αγγλικά → Βιετναμικά - ratio

προφορά
n. tỉ lệ, tỉ số, tỉ lệ thuận, tỉ lệ nghịch

Γερμανικά → Κινεζικά - ratio

προφορά
[die]理性。理智。理由。原因。(哲理的)理。


dictionary extension
© dictionarist.com