Ιταλικά → Αγγλικά - raro

προφορά
adj. rare, unusual, infrequent, uncommon, scarce

Πορτογαλικά → Αγγλικά - raro

προφορά
adv. seldom, infrequently

Ισπανικά → Αγγλικά - raro

προφορά
adj. rare; infrequent; dignified; extraordinary; odd

Ιταλικά → Γαλλικά - raro

προφορά
1. (generale) rare; peu fréquent
2. (esemplare) rare; rarissime
3. (evento) rare

Ιταλικά → Γερμανικά - raro

προφορά
adj. selten, rar

Πορτογαλικά → Γαλλικά - raro

προφορά
1. (espécime) rare; rarissime
2. (ocorrência) rare
3. (ar) rare; raréfié

Ισπανικά → Γαλλικά - raro

προφορά
1. (general) rare; peu fréquent; étrange; bizarre 2. (ejemplar) rare; rarissime 3. (acontecimiento) rare
4. (persona) drôle 5. (comportamiento) capricieux; excentrique; bizarre; extravagant; timbré
6. (extraño) bizarre; étrange; drôle; curieux; grotesque 7. (aberrante) aberrant; anormal; irrégulier

Ισπανικά → Γερμανικά - raro

προφορά
a. selten, rar, knapp, karg, spärlich, wenig, außergewöhnlich, ausgefallen, singulär, einzigartig, seltsam, sonderbar, absonderlich, eigentümlich, merkwürdig, wunderlich, wundersam, originell, befremdend, befremdlich, bizarr, kurios, komisch, schnurrig,

Ισπανικά → Ρωσικά - raro

προφορά
adj. редкий, странный

Ισπανικά → Κορεατικά - raro

προφορά
adj. 드문, 이상한


dictionary extension
© dictionarist.com