Αγγλικά → Ελληνικά - radical

προφορά
ουσ. ρίζα, ριζοσπάστης, μαθηματική ρίζα
επίθ. ριζοσπαστικός, ριζικός

Αγγλικά → Αγγλικά - radical

προφορά
n. person with extreme political views; root of a number (Mathematics)
adj. having extreme political views; fundamental, pertaining to a root; advocating complete reform
adj. radical, drastic

Αγγλικά → Γαλλικά - radical

προφορά
n. radical; racine
adj. radical; extrémiste; fondamental

Αγγλικά → Γερμανικά - radical

προφορά
n. Radikal, Wurzel
adj. radikal, extrem, verwurzelt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - radical

προφορά
n. asal usul, dasar, akar, radikal: seorang radikal, anggota partai radikal
a. umum, akar: sampai ke akar-akarnya, sejak lahir, dasar: yg berhubung dgn dasar, radikal

Αγγλικά → Ιταλικά - radical

προφορά
s. (Mat, Chim) radicale; radice
agg. basilare, sostanziale; radicale

Αγγλικά → Πολωνικά - radical

προφορά
n. pierwiastek, rodnik {chem.}, pień, radykał, radykalista
a. korzonkowy {anat.}, korzeniowy {bot.}, zasadniczy, podstawowy, gruntowny, istotny, radykalny, skrajny, pierwiastkowy {mat.}, rdzenny, doszczętny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - radical

προφορά
s. radical
adj. radical, extremo; relativo à raiz

Αγγλικά → Ρουμανικά - radical

προφορά
n. rădăcină {mat.}
a. radical

Αγγλικά → Ρωσικά - radical

προφορά
с. корень [мат.], радикал, знак корня
прил. коренной, основной, фундаментальный, полный, радикальный, корневой, относящийся к корню числа, растущий из корня

Αγγλικά → Ισπανικά - radical

προφορά
s. fanático, radical
adj. radical, comunista, izquierdista

Αγγλικά → Τουρκικά - radical

προφορά
i. radikal, kök, kök işareti, köken, esas, ana nota
s. kökten, köklü, köksel, köke ait olan, radikal, köktenci, kök halinde olan, kök

Αγγλικά → Ουκρανικά - radical

προφορά
n. радикал, корінь: знак кореня, корінь
a. корінний, основний, радикальний, фундаментальний, природний, кореневий, лівий

Γαλλικά → Αγγλικά - radical

προφορά
adj. radical, drastic

Πορτογαλικά → Αγγλικά - radical

προφορά
adj. radical; radicle

Ρουμανικά → Αγγλικά - radical

n. Jacobin
a. radical, Jacobinic, left
adv. radically, entirely

Ισπανικά → Αγγλικά - radical

προφορά
adj. square root, number which is the total of a given number to the second power (i.e. the square root of 36 is 6 because 6 to the second power = 36); radical, pertaining to a root

Αγγλικά → Ολλανδικά - radical

προφορά
bn. grondig, radicaal, ingrijpend, wezenlijk, essentieel, ingeworteld, wortel-
zn. grondwoord, stamletter, wortel, stam, radicaal

Γαλλικά → Γερμανικά - radical

προφορά
n. stamm, radikal, wurzelzeichen
adj. extrem, radikal, durchgreifend, einschneidend, machtvoll

Γαλλικά → Ιταλικά - radical

προφορά
1. (changement) radicale; drastico; severo; di vasta portata; vasto; ampio
2. (mathématiques) segno di radice
3. (chimie) radicale (m) 4. (politique - homme) estremista (m); radicale (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - radical

προφορά
1. (changement) radical; drástico; extenso; vasto; largo
2. (mathématiques) sinal de raiz; radical (m)
3. (chimie) radical (m) 4. (politique - homme) extremista (m); radical (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - radical

προφορά
n. корень (грам.) (m), радикал (m)
a. радикальный, решительный (о мерах)

Γαλλικά → Ισπανικά - radical

προφορά
1. (changement) radical; drástico; extremo; riguroso; arrollador; aplastante
2. (mathématiques) signo de raíz
3. (chimie) radical (m) 4. (politique - homme) extremista (m); radical (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - radical

προφορά
temel; eksiksiz, kökten; radikal, köktenci

Ισπανικά → Γαλλικά - radical

προφορά
1. (cambio) radical
2. (política) extrême
3. (química) radical (m) 4. (política - hombre) extrémiste (m); radical (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - radical

προφορά
n. radikale, wurzel, stamm, wortstamm, stammwort, grundwort, wurzelzeichen, radikal
a. gründlich, durchgreifend, einschneidend, radikal

Ισπανικά → Ρωσικά - radical

προφορά
adj. радикальный, коренной

Γαλλικά → Ολλανδικά - radical

προφορά
1. (changement) radicaal; drastisch; grondig; ingrijpend; krachtig; verstrekkend; verreikend; verregaand
2. (mathématiques) wortelteken (n)
3. (chimie) radicaal (n) 4. (politique - homme) extremist (m)

Αγγλικά → Αραβικά - radical

προφορά
‏جذر الكلمة، مجمع الذرات، شخص متطرف، تعبير جذري، علامة الجذر‏
‏جذري، فطري، متطرف، راديكالي، أصلي، أساسي، جوهري، نهائي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - radical

προφορά
(名) 根部; 基本原理; 基础; 激进分子
(形) 根本的, 基本的; 原本的, 与生俱来的; 彻底的; 极端的, 过激的

Αγγλικά → Κινεζικά - radical

προφορά
(名) 根部; 基本原理; 基礎; 激進分子
(形) 根本的, 基本的; 原本的, 與生俱來的; 徹底的; 極端的, 過激的

Αγγλικά → Χίντι - radical

προφορά
a. पूर्ण, समस्त, मौलिक, तत्त्वरूप, असली, उग्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - radical

προφορά
(形) 根本的な; 徹底的な; 過激な; 急進的な
(名) 急進的な人; 過激派; 基

Αγγλικά → Κορεατικά - radical

προφορά
명. 급진당원, 급진당론자, 근, 기, 부수, 한자의 부수
형. 극단적인 정치적 견해를 가진, 극단적인; 근본적인; 전적인 개혁을 주장하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - radical

προφορά
n. đảng cấp tiến, căn thức, ngữ căn
a. thuộc về nguồn gốc, căn nguyên, nguyên lý căn bản, cấp tiến, lá mọc ở rể

Ισπανικά → Κορεατικά - radical

προφορά
n. 어간
adj. 근본적인


dictionary extension
© dictionarist.com