Αγγλικά → Αγγλικά - racine

προφορά
n. family name; Jean Baptiste Racine (1639-1699), French dramatist and satirist (well-known for "Brittanicus" and "Les Plaideurs")
n. Racine, Jean Baptiste Racine (1639-99), French dramatist and satirist (well-known for "Brittanicus" and "Les Plaideurs")
n. Racine, family name; Jean Baptiste Racine (1639-99), French dramatist and satirist (well-known for "Brittanicus" and "Les Plaideurs")

Αγγλικά → Γαλλικά - racine

προφορά
n. Racine, nom de famille; Jean Baptiste Racine (1639-99), écrivain et dramaturge français connu pour ses oeuvres "Britannicus", "Les Plaideurs", "Bérénice", "Andromaque"

Αγγλικά → Γερμανικά - racine

προφορά
n. Racine, Nachname; Jean Baptiste Racine (1639-1699), französischer Dramatiker und Satiriker

Αγγλικά → Ιταλικά - racine

προφορά
s. Racine (drammaturgo francese)

Αγγλικά → Πορτογαλικά - racine

προφορά
s. Racine, sobrenome; Jean Baptiste Racine (1639-1699), dramaturgo e satirista francês

Αγγλικά → Ρωσικά - racine

προφορά
с. Расин

Αγγλικά → Ισπανικά - racine

προφορά
s. Racine (dramaturgo francés)

Γαλλικά → Αγγλικά - racine

προφορά
n. Racine, family name; Jean Baptiste Racine (1639-99), French dramatist and satirist (well-known for "Brittanicus" and "Les Plaideurs")

Γερμανικά → Αγγλικά - racine

προφορά
n. family name; Jean Baptiste Racine (1639-1699), French dramatist and satirist (well-known for "Brittanicus" and "Les Plaideurs")

Γαλλικά → Γερμανικά - racine

προφορά
n. wurzel, stamm

Γαλλικά → Ιταλικά - racine

προφορά
1. (dent) radice (f) 2. (ongle) radice (f)
3. (cheveux) radice (f) 4. (mathématiques) radice (f)
5. (linguistique) radice (f); radicale (m) 6. (botanique) radice (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - racine

προφορά
1. (dent) raiz (f) 2. (ongle) raiz (f)
3. (cheveux) raiz (f) 4. (mathématiques) raiz (f)
5. (linguistique) raiz (f); radical (m) 6. (botanique) raiz (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - racine

προφορά
n. корень (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - racine

προφορά
1. (dent) raíz (f) 2. (ongle) raíz (f)
3. (cheveux) raíz (f) 4. (mathématiques) raíz (f)
5. (linguistique) raíz (f) 6. (botanique) raíz (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - racine

προφορά
[la] kök

Γαλλικά → Ολλανδικά - racine

προφορά
1. (dent) wortel (m) 2. (ongle) wortel (m)
3. (cheveux) wortel (m) 4. (mathématiques) wortel (m)
5. (linguistique) wortel (m) 6. (botanique) wortel (m)

Αγγλικά → Κινεζικά - racine

προφορά
拉辛。法国作家、讽刺诗人。

Αγγλικά → Ιαπωνικά - racine

προφορά
(名) ラシーヌ, フランスの劇作家

Γερμανικά → Κινεζικά - racine

προφορά
拉辛。法国作家、讽刺诗人。


dictionary extension
© dictionarist.com