Πορτογαλικά → Αγγλικά - rítmico

προφορά
adj. mensurable; numerous; rhythmic, swinging

Ισπανικά → Αγγλικά - rítmico

προφορά
adj. rhythmical, rhythmic, having a regular beat

Πορτογαλικά → Γαλλικά - rítmico

προφορά
(geral) rythmique; cadencé

Ισπανικά → Γαλλικά - rítmico

προφορά
(general) rythmique; cadencé

Ισπανικά → Γερμανικά - rítmico

προφορά
a. rhythmisch, taktmäßig

Ισπανικά → Κορεατικά - rítmico

προφορά
adj. 율동적인


dictionary extension
© dictionarist.com