Αγγλικά → Ελληνικά - quota

προφορά
ουσ. αναλογία, μερίδιο, ποσοστό

Αγγλικά → Αγγλικά - quota

προφορά
n. maximum quantity, upper limit; limited quantity, restricted amount
n. quota, maximum quantity, limited quantity
n. quota, share, fee; altitude, height; installment, instalment; portion, amount; price, dues

Αγγλικά → Γαλλικά - quota

προφορά
n. quota, quantité limitée, nombre restreint: contingent; cotisation

Αγγλικά → Γερμανικά - quota

προφορά
n. Quote; Anteil

Αγγλικά → Ινδονησιακά - quota

προφορά
n. bagian, jatah, kuota, kuotum

Αγγλικά → Ιταλικά - quota

προφορά
s. parte, quota, aliquota

Αγγλικά → Πολωνικά - quota

προφορά
n. udział, część, kwota, norma, kontyngent

Αγγλικά → Πορτογαλικά - quota

προφορά
s. cota, quantidade determinada; norma

Αγγλικά → Ρουμανικά - quota

προφορά
n. cotă, cotă-parte, dividend, normă de lucru

Αγγλικά → Ρωσικά - quota

προφορά
с. квота, доля, часть

Αγγλικά → Ισπανικά - quota

προφορά
s. cuota, cupo, prorrata

Αγγλικά → Τουρκικά - quota

προφορά
i. kota, kontenjan, pay, hisse, göçmen kontenjanı [amer.]

Αγγλικά → Ουκρανικά - quota

προφορά
n. частка, квота, голосування: мінімальна кількість, необхідна при голосуванні, доля

Γαλλικά → Αγγλικά - quota

προφορά
(m) n. quota, maximum quantity, limited quantity

Ιταλικά → Αγγλικά - quota

προφορά
n. quota, share, fee, altitude, height, installment, instalment, portion, dimension, price, amount, dues

Πορτογαλικά → Αγγλικά - quota

προφορά
n. instalment; quota, share; dues

Ολλανδικά → Αγγλικά - quota

προφορά
n. quota

Αγγλικά → Ολλανδικά - quota

προφορά
zn. quota, quotum, evenredig deel, aandeel, kiesdeler

Γαλλικά → Γερμανικά - quota

προφορά
n. quote

Γαλλικά → Ιταλικά - quota

προφορά
(quantité) quota (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - quota

προφορά
(quantité) quota (f); cota (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - quota

προφορά
n. квота (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - quota

προφορά
(quantité) cupo (m); cuota (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - quota

προφορά
[le] kota, kontenjan

Γερμανικά → Τουρκικά - quota

προφορά
pay, kota, kontenjan

Ιταλικά → Γαλλικά - quota

προφορά
1. (parte) intérêt (m); une part (f)
2. (quantità) quote-part (f); quota (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - quota

προφορά
n. quote, part, beitrag, anteil, niveau, beiträge

Πορτογαλικά → Γαλλικά - quota

προφορά
1. (organização) montant de la cotisation
2. (quantidade) quote-part (f); quota (m)

Ολλανδικά → Γαλλικά - quota

προφορά
(hoeveelheid) quote-part (f); quota (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - quota

προφορά
(quantité) quota (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - quota

προφορά
‏كوتا، كوتا حق، حصة نسبية، نصيب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - quota

προφορά
(名) 配额, 限额

Αγγλικά → Κινεζικά - quota

προφορά
(名) 配額, 限額

Αγγλικά → Χίντι - quota

προφορά
n. अंश, भाग हिस्सा, कोटा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - quota

προφορά
(名) 割り当て量; 定員

Αγγλικά → Κορεατικά - quota

προφορά
명. 최대한의 양; 제한량

Αγγλικά → Βιετναμικά - quota

προφορά
n. phần chia cho mỗi người, phần thuế mỗi người phải nạp


dictionary extension
© dictionarist.com