Αγγλικά → Ελληνικά - quicken

προφορά
ρήμ. ζωογονώ, ταχύνω

Αγγλικά → Αγγλικά - quicken

προφορά
v. increase speed, accelerate; expedite, hasten; hurry, rush; enliven, invigorate; restore life to, revive

Αγγλικά → Γαλλικά - quicken

προφορά
v. animer, stimuler; presser, accélérer; éveiller; découvrir des signes de vie

Αγγλικά → Γερμανικά - quicken

προφορά
[Quicken] n. Quicken, verbessertes Programm für finanzielles Management und Buchhaltung sowie zur Vorbereitung on Steuererklärungen (bestimmt für kleinere und größere Unternehmen)
v. schneller machen, beschleunigen; beeilen; beleben, erwecken; Lebenszeichen entdecken

Αγγλικά → Ινδονησιακά - quicken

προφορά
v. menghidupkan, mencepatkan, mempercepat, mempercepatkan, memperkencangkan, memperlekas, memperlancar, mempersegera, mempersegerakan, memperderas, cepat: menjadi lebih cepat

Αγγλικά → Ιταλικά - quicken

προφορά
v. accelerare, sveltire; (fig) suscitare, eccitare, stimolare, risvegliare

Αγγλικά → Πολωνικά - quicken

προφορά
n. jarzębina
v. ożywiać, pobudzać, przyśpieszyć, nabrać tempa, ożywiać się, ożywić, pobudzić, przyspieszać, przyspieszyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - quicken

προφορά
v. apressar, acelerar; ressuscitar, acordar, despertar; apresentar sinais de vida

Αγγλικά → Ρουμανικά - quicken

προφορά
v. grăbi, accelera, zori, impulsiona, stimula, aţâţa, excita, stârni, anima, însufleţi, accelera: se accelera, deveni mai rapid, însufleţi: se însufleţi, mişca

Αγγλικά → Ρωσικά - quicken

προφορά
г. оживлять, оживать, оживляться, разжигать, возбуждать, стимулировать, начинать чувствовать движение плода, ускорять, ускоряться

Αγγλικά → Ισπανικά - quicken

προφορά
v. acelerar, aligerar, apresurar, dinamizar, expeditar, meter prisa, precipitar

Αγγλικά → Τουρκικά - quicken

προφορά
f. çabuklaştırmak, hızlandırmak, hareketlendirmek, canlandırmak, hayata döndürmek, uyandırmak, neşelendirmek, hızlanmak, canlanmak, neşelenmek, hayat bulmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - quicken

προφορά
n. горобина
v. пожвавлюватися, оживати, розпалювати, починати

Αγγλικά → Ολλανδικά - quicken

προφορά
ww. levend maken, levend worden, verlevendigen, opleven, bezielen, aanvuren, aanmoedigen, verhaasten

Γερμανικά → Ιταλικά - quicken

προφορά
v. amalgamare

Αγγλικά → Αραβικά - quicken

προφορά
‏سرع الخطى، سرع، نشط، أذكى النار، ركض، شحذ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - quicken

προφορά
(动) 加快, 使有生气, 刺激; 加快, 变活跃

Αγγλικά → Κινεζικά - quicken

προφορά
(動) 加快, 使有生氣, 刺激; 加快, 變活躍

Αγγλικά → Χίντι - quicken

προφορά
n. एश
v. तीव्र करना, सचेत करना, उत्तेजित करना, सजीव करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - quicken

προφορά
(動) 速める; 急がせる; 活気づける; 刺激する
(名) クイッケン, (大小ビジネス向けの)財務会計管理や税金の申告書準備のための進んだプログラム

Αγγλικά → Κορεατικά - quicken

προφορά
동. 빠르게 하다, 속도를 가하다; 서두르게 하다; 활기차게 하다; 되살아 나게 하다, 생명을 부여하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - quicken

προφορά
v. làm sống lại, làm náo nhiệt, làm tươi lại, làm cho khỏe lại, gợi, khêu gợi, bước gấp


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: quickening
Present: quicken (3.person: quickens)
Past: quickened
Future: will quicken
Present conditional: would quicken
Present Perfect: have quickened (3.person: has quickened)
Past Perfect: had quickened
Future Perfect: will have quickened
Past conditional: would have quickened
© dictionarist.com