Αγγλικά → Ελληνικά - pursuit

προφορά
ουσ. επιδίωξη, καταδίωξη, ασχολία, αναζήτηση

Αγγλικά → Αγγλικά - pursuit

προφορά
n. chase, hunt; quest, search; occupation, pastime

Αγγλικά → Γαλλικά - pursuit

προφορά
n. chasse, poursuite; recherche; quête; course; occupation, carrière, passe-temps

Αγγλικά → Γερμανικά - pursuit

προφορά
n. Verfolgung; Jagd; Streben; Beschäftigung; Beruf

Αγγλικά → Ινδονησιακά - pursuit

προφορά
n. pengejaran, kejaran, pemburuan, pengusiran, pencarian

Αγγλικά → Ιταλικά - pursuit

προφορά
s. inseguimento, caccia; ricerca, perseguimento; attività, occupazione

Αγγλικά → Πολωνικά - pursuit

προφορά
n. gonitwa, pogoń, pogoń za czymś, kimś, pościg, dążność, zajęcie, zawód

Αγγλικά → Πορτογαλικά - pursuit

προφορά
s. perseguição, busca; ocupação; alcance

Αγγλικά → Ρουμανικά - pursuit

προφορά
n. urmărire, căutare, preocupare, ţintă

Αγγλικά → Ρωσικά - pursuit

προφορά
с. преследование, погоня, поиски, стремление, занятие

Αγγλικά → Ισπανικά - pursuit

προφορά
s. persecución, busca, búsqueda, caza, prosecución; acosamiento, acoso; profesión, ocupación

Αγγλικά → Τουρκικά - pursuit

προφορά
i. kovalama, takip, araştırma, uğraşı, meşguliyet, ilgi alanı, iş

Αγγλικά → Ουκρανικά - pursuit

προφορά
n. переслідування, гонитва, пошук, домагання, заняття, виконання, здогін, погоня

Αγγλικά → Ολλανδικά - pursuit

προφορά
zn. vervolging, achtervolging, najaging, jacht, beoefening, streven : het streven

Αγγλικά → Αραβικά - pursuit

προφορά
‏ممارسة، مباشرة، مهنة، مطاردة، ملاحقة، حرفة، عمل، نشاط، متابعة، مواصلة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - pursuit

προφορά
(名) 追踪, 追击; 继续进行, 从事; 追求, 寻求; 事务

Αγγλικά → Κινεζικά - pursuit

προφορά
(名) 追蹤, 追擊; 繼續進行, 從事; 追求, 尋求; 事務

Αγγλικά → Χίντι - pursuit

προφορά
n. पीछा, लक्ष्य, धंधा

Αγγλικά → Ιαπωνικά - pursuit

προφορά
(名) 追跡, 追及; 追求; 続行

Αγγλικά → Κορεατικά - pursuit

προφορά
명. 추적, 뒤쫒음; 추구; 직업, 일

Αγγλικά → Βιετναμικά - pursuit

προφορά
n. sự theo, sự đuổi, sự đi tìm hạnh phúc, theo đuổi công việc


dictionary extension
© dictionarist.com