Πορτογαλικά → Αγγλικά - pureza

προφορά
(f) n. chastity, immaculacy; innocence, purity; integrity; whiteness, limpidity

Ισπανικά → Αγγλικά - pureza

προφορά
n. chastity, purity; fineness

Πορτογαλικά → Γαλλικά - pureza

προφορά
1. (geral) pureté (f); propreté (f)
2. (substância) pureté (f)

Ισπανικά → Γαλλικά - pureza

προφορά
1. (general) pureté (f)
2. (substancia) pureté (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - pureza

προφορά
n. reinheit, lauterkeit, echtheit, gediegenheit, klarheit, unverfälschtheit, makellosigkeit, unschuld, unverdorbenheit

Ισπανικά → Ρωσικά - pureza

προφορά
n. чистота

Ισπανικά → Κορεατικά - pureza

προφορά
n. 순결, 청순


© dictionarist.com