Πορτογαλικά → Αγγλικά - pulmonar

προφορά
adj. pulmonary, of or pertaining to the lungs

Ρουμανικά → Αγγλικά - pulmonar

a. pulmonary

Ισπανικά → Αγγλικά - pulmonar

προφορά
[pulmonar] adj. pulmonary, of or pertaining to the lungs; pulmonic, pneumonic, infected with pneumonia

Πορτογαλικά → Γαλλικά - pulmonar

προφορά
(anatomia) pulmonaire

Ισπανικά → Γαλλικά - pulmonar

προφορά
(anatomía) pulmonaire

Ισπανικά → Γερμανικά - pulmonar

προφορά
a. lungen-

Ισπανικά → Ρωσικά - pulmonar

προφορά
adj. легочный

Ισπανικά → Κορεατικά - pulmonar

προφορά
adj. 폐의, 폐병


dictionary extension
© dictionarist.com