Αγγλικά → Ελληνικά - puissant

προφορά
επίθ. ισχυρός, σθεναρός

Αγγλικά → Αγγλικά - puissant

προφορά
adj. powerful; forceful; strong, mighty
adj. powerful, strong, forcible; potent, mighty; stout
n. powerful, forceful

Αγγλικά → Γαλλικά - puissant

προφορά
adj. puissant; souverain; dominant; fort; vigoureux

Αγγλικά → Γερμανικά - puissant

προφορά
adj. mächtig, gewaltig, kräftig

Αγγλικά → Ιταλικά - puissant

προφορά
agg. (ant) potente, forte

Αγγλικά → Πορτογαλικά - puissant

προφορά
adj. forte; potente; capaz

Αγγλικά → Ρωσικά - puissant

προφορά
прил. могущественный, влиятельный

Αγγλικά → Ισπανικά - puissant

προφορά
adj. pujante

Αγγλικά → Τουρκικά - puissant

προφορά
s. kudretli, muazzam

Γαλλικά → Αγγλικά - puissant

προφορά
adj. powerful, strong, forcible; potent, mighty; stout

Γαλλικά → Γερμανικά - puissant

προφορά
adj. kräftig, kraftvoll, mächtig, machtvoll, gewaltig, übermächtig, stark, vermögend, wirksam, imposant, groß, nachhaltig, leistungsfähig, gut, markig

Γαλλικά → Ιταλικά - puissant

προφορά
1. (général) potente; forte 2. (influence) potente 3. (effet) potente
4. (comportement émotionnel) energico; vigoroso; poderoso 5. (condition physique) forte; potente
6. (personne) potente 7. (médecine) potente

Γαλλικά → Πορτογαλικά - puissant

προφορά
1. (général) poderoso; forte 2. (influence) poderoso 3. (effet) poderoso
4. (comportement émotionnel) enérgico; vigoroso 5. (condition physique) forte 6. (personne) potente; poderoso
7. (médecine) potente

Γαλλικά → Ρωσικά - puissant

προφορά
a. могущественный, могучий, мощный, сильный

Γαλλικά → Ισπανικά - puissant

προφορά
1. (général) poderoso; fornido 2. (influence) poderoso 3. (effet) potente
4. (comportement émotionnel) enérgico; vigoroso; intenso 5. (condition physique) fuerte
6. (personne) de gran potencia 7. (médecine) potente

Γαλλικά → Τουρκικά - puissant

προφορά
güçlü; önemli (kişi), nüfuzlu

Γαλλικά → Ολλανδικά - puissant

προφορά
1. (général) machtig; krachtig 2. (influence) machtig 3. (effet) krachtig
4. (comportement émotionnel) energiek; krachtig 5. (condition physique) krachtig; sterk 6. (personne) invloedrijk
7. (médecine) potent

Αγγλικά → Κινεζικά - puissant

προφορά
(形) 强力的, 有权力的, 强盛的

Αγγλικά → Κινεζικά - puissant

προφορά
(形) 強力的, 有權力的, 強盛的

Αγγλικά → Ιαπωνικά - puissant

προφορά
(形) 権力ある; 強い

Αγγλικά → Βιετναμικά - puissant

προφορά
a. có sức mạnh


dictionary extension
© dictionarist.com