Αγγλικά → Ελληνικά - proviso

προφορά
ουσ. όρος, επιφύλαξη

Αγγλικά → Αγγλικά - proviso

προφορά
n. condition in legal document, stipulation, restriction

Αγγλικά → Γαλλικά - proviso

προφορά
n. condition; clause conditionnelle, stipulation, restriction; provisoire

Αγγλικά → Γερμανικά - proviso

προφορά
n. Vorbehalt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - proviso

προφορά
n. ketentuan, ketetapan, syarat

Αγγλικά → Ιταλικά - proviso

προφορά
s. (Dir) clausola, disposizione; condizione, patto

Αγγλικά → Πολωνικά - proviso

προφορά
n. klauzula

Αγγλικά → Πορτογαλικά - proviso

προφορά
s. condição, pré-requisito; condição especial

Αγγλικά → Ρουμανικά - proviso

προφορά
n. clauză

Αγγλικά → Ρωσικά - proviso

προφορά
с. условие, оговорка

Αγγλικά → Ισπανικά - proviso

προφορά
s. cláusula, estipulación, salvedad; condición

Αγγλικά → Τουρκικά - proviso

προφορά
i. şart, koşul, hüküm, madde (anlaşma)

Αγγλικά → Ουκρανικά - proviso

προφορά
n. умова, клаузула

Αγγλικά → Ολλανδικά - proviso

προφορά
zn. voorbehoud, beding, voorwaarde, bepaling

Αγγλικά → Αραβικά - proviso

προφορά
‏فقرة شرطية، تحفظ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - proviso

προφορά
(名) 但书; 条件

Αγγλικά → Κινεζικά - proviso

προφορά
(名) 但書; 條件

Αγγλικά → Χίντι - proviso

προφορά
n. नियम, बंधेज

Αγγλικά → Ιαπωνικά - proviso

προφορά
(名) ただし書き

Αγγλικά → Κορεατικά - proviso

προφορά
명. 단서

Αγγλικά → Βιετναμικά - proviso

προφορά
n. điều khoản, điều kiện


dictionary extension
© dictionarist.com