Αγγλικά → Ελληνικά - provision

προφορά
ουσ. όρος, πρόβλεψη, φροντίδα, πρόνοια
ρήμ. εφοδιάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - provision

προφορά
n. supply, stock; act of supplying or furnishing; measure, means; food; condition, stipulation
v. supply with stock, equip with supplies (esp. food)
n. commission, fee, payment given to someone as a reward for making something possible, payment for services rendered

Αγγλικά → Γαλλικά - provision

προφορά
n. disposition, mesure; provision, réserve, stock; moyen; nourriture; condition
v. fournir, approvisionner, équiper

Αγγλικά → Γερμανικά - provision

προφορά
n. Bereitstellung; Besorgung; Mittel; Nahrung; Bedingung; Vorkehrung, Vorschrift
v. versorgen (hauptsächlich mit Nahrung)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - provision

προφορά
n. persediaan, perbekalan, perlengkapan, tandon, bekal, makanan, ketetapan, ketentuan, syarat, pasal

Αγγλικά → Ιταλικά - provision

προφορά
s. il provvedere, fornitura; rifornimento, provvista, scorta; preparazione; preparativi; provvedimento, misura, disposizione; clausola; (Rel) provvisione
v. approvvigionare, vettovagliare

Αγγλικά → Πολωνικά - provision

προφορά
n. zaopatrzenie, zabezpieczenie, prowiant, prowizja, klauzula
v. zaprowiantować, prowiantować, uprowiantować
a. aprowizacyjny, żywnościowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - provision

προφορά
s. provisão, fornecimento, guarnição; provisões; meios; alimentos; condição
v. abastecer, suprir, fornecer, provisionar (principalmente comida)

Αγγλικά → Ρουμανικά - provision

προφορά
n. aprovizionare, asigurare, furnizare, pregătire, dispoziţie, prevedere
v. aproviziona

Αγγλικά → Ρωσικά - provision

προφορά
с. снабжение, обеспечение; заготовление, запас, провизия; положение, мера предосторожности; условие, постановление
г. снабжать продовольствием

Αγγλικά → Ισπανικά - provision

προφορά
s. provisión, abastecimiento, suministro; cláusula, estipulación, inciso
v. abastecer, apertrechar, aprovisionar, avituallar, bastimentar, proveer, surtir

Αγγλικά → Τουρκικά - provision

προφορά
f. sağlamak, karşılamak
i. sağlama, hazırlık, önlem, hüküm, kanun hükmü, koşul, yargı, karşılık, yedek akçe

Αγγλικά → Ουκρανικά - provision

προφορά
n. постачання, забезпечення, заготівля, запасання, застереження, положення, провізія, харч, клажа, припас, продовольство
v. постачати продовольство, забезпечувати продовольством

Γαλλικά → Αγγλικά - provision

προφορά
(f) n. provisions, stock; retainer, provision; fee

Γερμανικά → Αγγλικά - provision

προφορά
n. supply, stock; act of supplying or furnishing; measure, means; food; condition, stipulation

Αγγλικά → Ολλανδικά - provision

προφορά
zn. provisie; voorraad; middel; voedsel; voorwaarde
ww. provianderen (voornamelijk voedsel)

Γαλλικά → Γερμανικά - provision

προφορά
n. versorgung, deckung, rückstellung, proviant, vorrat, essensvorrat: essensvorräte, lebensmittel

Γαλλικά → Ιταλικά - provision

προφορά
1. (quantité) provvista (f); rifornimenti (mp); disponibilità {invariable}; riserva (f); scorta (f)
2. (droit) anticipo (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - provision

προφορά
1. (quantité) provisão (f); estoque (m); reserva (f); suprimento (m)
2. (droit) adiantamento (m); sinal (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - provision

προφορά
n. запас (f), провизия (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - provision

προφορά
1. (quantité) provisión (f); reserva (f); surtido (m); existencias (fp)
2. (droit) anticipo (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - provision

προφορά
[la] stok, ihtiyat; avans; çekin karşılığı

Γερμανικά → Γαλλικά - provision

προφορά
n. commission (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - provision

προφορά
n. commissione (f), provvigione (f)

Γερμανικά → Ρωσικά - provision

προφορά
n. комиссионные (f), вознаграждение (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - provision

προφορά
n. comisión (f), correduría (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - provision

προφορά
i. komisyon (f), provizyon (f)

Γαλλικά → Ολλανδικά - provision

προφορά
1. (quantité) voorraad (m); reserve (m/f); stock (m)
2. (droit) voorschot (n)

Γερμανικά → Ολλανδικά - provision

προφορά
provisie

Αγγλικά → Αραβικά - provision

προφορά
‏إحتياط، توفير، نصوص، بند، مؤن، شرط‏
‏زود بالمؤن، مون، مد بالمؤن‏

Αγγλικά → Κινεζικά - provision

προφορά
(名) 供应; 防备; 预备; 食物
(动) 向...供应粮食

Αγγλικά → Κινεζικά - provision

προφορά
(名) 供應; 防備; 預備; 食物
(動) 向...供應糧食

Αγγλικά → Χίντι - provision

προφορά
n. भोजन, रसद, व्यवस्थापन, विधान, प्रावधान, नियम, धारा, पूर्व-कल्पना, तैयारी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - provision

προφορά
(名) 供給; 準備; 支給量
(動) 食糧を供給する

Αγγλικά → Κορεατικά - provision

προφορά
명. 마련, 저장; 제공, 공급; 대책, 설비; 규정, 조항
동. ...에 식량을 공급하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - provision

προφορά
n. sự dự bị, sự sửa soạn, sự sắp đặt trước, sự đề phòng, sự dự phòng, sự cung cấp, điều khoản
v. cung cấp, tiếp tế, cấp dưỡng

Γερμανικά → Κινεζικά - provision

προφορά
[die] pl.Provisionen


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: provisioning
Present: provision (3.person: provisions)
Past: provisioned
Future: will provision
Present conditional: would provision
Present Perfect: have provisioned (3.person: has provisioned)
Past Perfect: had provisioned
Future Perfect: will have provisioned
Past conditional: would have provisioned
© dictionarist.com