Ισπανικά → Αγγλικά - provisión

προφορά
n. provision, supply, stock, purveyance

Ισπανικά → Γαλλικά - provisión

προφορά
1. (acción) établissement (m); implantation (f); création (f); fondation (f); érection (f)
2. (cantidad) provision (f); réserve (f); stock (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - provisión

προφορά
n. vorrat, maßnahme, verfügung, maßregel, besetzung, anschaffung, beschaffung, besorgung, versorgung, dotierung, stellung, bereitstellung, vergebung

Ισπανικά → Ρωσικά - provisión

προφορά
n. запасы

Ισπανικά → Κορεατικά - provisión

προφορά
n. 마련, 명령, 용품


dictionary extension
© dictionarist.com