Αγγλικά → Ελληνικά - provide for

προφορά
ρήμ. προμηθεύω, προβλέπω

Αγγλικά → Γαλλικά - provide for

προφορά
pourvoir, subvenir aux besoins de; mettre quelqu'un à l'abri du besoin

Αγγλικά → Γερμανικά - provide for

προφορά
v. versorgen, bestreiten, sorgen für, sorge tragen für

Αγγλικά → Ιταλικά - provide for

προφορά
v. contemplare, provvedere

Αγγλικά → Πολωνικά - provide for

προφορά
v. utrzymać, przewidywać, utrzymywać, przewidzieć

Αγγλικά → Ρουμανικά - provide for

προφορά
v. întreţine, aproviziona, asigura, îngriji: se îngriji de

Αγγλικά → Ρωσικά - provide for

προφορά
г. прокормить, принимать меры

Αγγλικά → Ισπανικά - provide for

προφορά
v. mantener, asegurar el porvenir de, proporcionar lo necesario

Αγγλικά → Τουρκικά - provide for

προφορά
ihtiyaçlarını karşılamak, gereksinimini sağlamak

Αγγλικά → Ολλανδικά - provide for

προφορά
ww. zorgen voor, verzorgen

Αγγλικά → Αραβικά - provide for

προφορά
‏أعال، نهض بأعباء‏

Αγγλικά → Χίντι - provide for

προφορά
v. क़दम उठाना, योजना करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - provide for

προφορά
(动) 備える

Αγγλικά → Κορεατικά - provide for

προφορά
동. 먹여 살리다


dictionary extension
© dictionarist.com