Αγγλικά → Ελληνικά - provenance

προφορά
ουσ. προέλευση

Αγγλικά → Αγγλικά - provenance

προφορά
n. source, origin; derivation, extraction
n. provenance, origin, source

Αγγλικά → Γαλλικά - provenance

προφορά
n. provenance, d'origine

Αγγλικά → Γερμανικά - provenance

προφορά
n. Herkunft, Ursprung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - provenance

προφορά
n. asal, sumber

Αγγλικά → Ιταλικά - provenance

προφορά
s. provenienza, origine

Αγγλικά → Πολωνικά - provenance

προφορά
n. pochodzenie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - provenance

προφορά
s. procedência, origem, fonte

Αγγλικά → Ρουμανικά - provenance

προφορά
n. provenienţă, origine

Αγγλικά → Ρωσικά - provenance

προφορά
с. происхождение, источник

Αγγλικά → Ισπανικά - provenance

προφορά
s. procedencia, origen

Αγγλικά → Τουρκικά - provenance

προφορά
i. kaynak, köken, asıl, menşe

Αγγλικά → Ουκρανικά - provenance

προφορά
n. походження, першоджерело

Γαλλικά → Αγγλικά - provenance

προφορά
(f) n. provenance, origin, source

Αγγλικά → Ολλανδικά - provenance

προφορά
zn. herkomst

Γαλλικά → Γερμανικά - provenance

προφορά
n. herkunft

Γαλλικά → Ιταλικά - provenance

προφορά
(origine) provenienza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - provenance

προφορά
(origine) proveniência (f); procedência (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - provenance

προφορά
n. происхождение (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - provenance

προφορά
(origine) procedencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - provenance

προφορά
[la] köken, menşe, kaynak; geliş yeri

Γαλλικά → Ολλανδικά - provenance

προφορά
(origine) herkomst (f)

Αγγλικά → Αραβικά - provenance

προφορά
‏منشأ، أصل، مصدر، بلد المنشأ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - provenance

προφορά
(名) 起源, 出处

Αγγλικά → Κινεζικά - provenance

προφορά
(名) 起源, 出處

Αγγλικά → Χίντι - provenance

προφορά
n. उत्पत्ति, उत्पत्तिस्थान, सूत्र

Αγγλικά → Ιαπωνικά - provenance

προφορά
(名) 起源

Αγγλικά → Κορεατικά - provenance

προφορά
명. 기원


dictionary extension
© dictionarist.com