Ισπανικά → Αγγλικά - proveedor

προφορά
adj. purveying

Ισπανικά → Γαλλικά - proveedor

προφορά
1. (comercio - hombre) fournisseur (m)
2. (hombre) pourvoyeur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - proveedor

προφορά
n. lieferant

Ισπανικά → Ρωσικά - proveedor

προφορά
n. поставщик

Ισπανικά → Κορεατικά - proveedor

προφορά
n. 납품 청부자, 어용 상인


dictionary extension
© dictionarist.com