Αγγλικά → Ελληνικά - protected

προφορά
[protect] ρήμ. προστατεύω, προφυλάσσω, υποθάλπω

Αγγλικά → Αγγλικά - protected

προφορά
adj. defended, sheltered

Αγγλικά → Γαλλικά - protected

προφορά
adj. protégé, gardé; défendu

Αγγλικά → Γερμανικά - protected

προφορά
[protect] v. schützen; beschützen
adj. geschützt; beschützt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - protected

προφορά
a. terlindung, dilindungi: yg dilindungi, tercakup

Αγγλικά → Ιταλικά - protected

προφορά
agg. protetto, difeso; provvisto di protezione

Αγγλικά → Πολωνικά - protected

προφορά
a. chroniony, zabezpieczony, bezpieczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - protected

προφορά
adj. protegido

Αγγλικά → Ρουμανικά - protected

προφορά
a. apărat, protejat, aciuat

Αγγλικά → Ρωσικά - protected

προφορά
[protect] г. защищать, охранять, оберегать, беречь, предохранять, ограждать, сберегать, проводить политику протекционизма, покровительствовать, акцептовать

Αγγλικά → Ισπανικά - protected

προφορά
adj. protegido, abrigado, parapetado

Αγγλικά → Τουρκικά - protected

προφορά
s. korunmuş, muhafazalı, korumalı

Αγγλικά → Ουκρανικά - protected

προφορά
a. захищений, охоронений, броньований, заповідний

Αγγλικά → Αραβικά - protected

προφορά
‏مصون، محمي، محفوظ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - protected

προφορά
(形) 受保护的

Αγγλικά → Κινεζικά - protected

προφορά
(形) 受保護的

Αγγλικά → Χίντι - protected

προφορά
a. निरापद, संरक्षित

Αγγλικά → Ιαπωνικά - protected

προφορά
(形) 守った; 保護した
(動) 守る; 保護する

Αγγλικά → Κορεατικά - protected

προφορά
형. 보호되는

Αγγλικά → Βιετναμικά - protected

προφορά
a. thuộc về bảo vệ, thuộc về phòng ngừa


dictionary extension
© dictionarist.com