Αγγλικά → Ελληνικά - prospering

προφορά
[prosper] ρήμ. ευημερώ, ευδοκιμώ, ακμάζω

Αγγλικά → Αγγλικά - prospering

προφορά
adj. successful; flourishing, thriving

Αγγλικά → Γαλλικά - prospering

προφορά
adj. qui a du succès, prospérant, réussissant, florissant

Αγγλικά → Γερμανικά - prospering

προφορά
[prosper] v. Erfolg haben; florieren
adj. erfolgreich; florierend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - prospering

προφορά
v. menjadi makmur, berhasil baik, menguntungkan

Αγγλικά → Ιταλικά - prospering

προφορά
agg. prosperante, che prospera

Αγγλικά → Πολωνικά - prospering

προφορά
adj. prosperujący

Αγγλικά → Πορτογαλικά - prospering

προφορά
adj. próspero, de sucesso; que se desenvolve, que progride

Αγγλικά → Ρουμανικά - prospering

προφορά
v. prospera, reuşi, face să prospere, favoriza

Αγγλικά → Ρωσικά - prospering

προφορά
[prosper] г. преуспевать, процветать, благоприятствовать, благоденствовать

Αγγλικά → Ισπανικά - prospering

προφορά
adj. próspero, que florece, que medra

Αγγλικά → Τουρκικά - prospering

προφορά
[prosper] f. başarılı olmak, yolunda gitmek, iyi gitmek, zenginleştirmek, başarmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - prospering

προφορά
v. досягати успіхів, наживатися, плужити, процвітати, бути сприятливим

Αγγλικά → Αραβικά - prospering

προφορά
‏مزدهر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - prospering

προφορά
[prosper] (动) 繁荣, 昌盛; 成功

Αγγλικά → Κινεζικά - prospering

προφορά
[prosper] (動) 繁榮, 昌盛; 成功

Αγγλικά → Χίντι - prospering

προφορά
v. कृतार्थ होना, सफल होना, फलना, संपत्ति प्राप्त करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - prospering

προφορά
(形) 成功した; 栄えた
(動) 繁栄する

Αγγλικά → Κορεατικά - prospering

προφορά
형. 성공하는; 번영하는, 번창하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - prospering

προφορά
v. phát đạt, thành công, thành tựu


dictionary extension
© dictionarist.com